Τρίτη, 12 Ιουλίου 2011

γυναίκες του πάθους

Οι κοπέλες το γλυκοχάραμα, κατεβαίνουνε στο νερό όταν η θάλασσα απλωμένη ησυχάζει. Στο δάσος το κάθε φύλο ανασκιρτά ενώ δισταχτικές προβάλλουνε πάνω στην αμμουδιά και κάθονται στην ακρογιαλιά. Ο αφρός κάνει τα δικά του ζωηρά παιχνίδια. Οι κοπέλες φοβούνται τα φύκια που 'ναι θαμμένα κάτω από τους ίσκιους, που τους αρπάζουν τα πόδια και τις πλάτες, όταν το σώμα είναι γυμνό. Βιαστικές ανεβαίνουνε στην ακτή και φωνάζουνε τα ονόματά τους, κοιτώντας τριγύρω. Ακόμη κι οι σκιές στο βυθό της θάλασσας, στο σκοτάδι, είναι τεράστιες και φαίνονται να κινούνται διστακτικές, αβέβαιες, σα να γοητεύονται από τα σώματα που περνάνε.
Το δάσος είναι ένα ήσυχο καταφύγιο, στον ήλιο που γέρνει, αλλ' αρέσει στις μελαχρινές κοπέλες να κάθονται στο ύπαιθρο, στο σεντόνι. Κάθονται όλες σταυροπόδι σφίγγοντας το σεντόνι στα πόδια και κοιτάνε την απέραντη θάλασσα, όπως ένα λιβάδι το χάραμα. Μια τους θα τολμούσε να ξαπλώσει γυμνή σ' ένα λιβάδι; Από τη θάλασσα θ' αναπηδούσανε τα φύκια, που ακουμπάνε τα πόδια, για ν' αρπάξουνε ξαφνικά και να τυλίξουνε σφιχτά το σώμα που τρέμει.
Υπάρχουν μάτια στη θάλασσα που κάποιες φορές λάμπουν. Η άγνωστη κείνη ξένη, που τη νύχτα κολυμπούσε μόνη και γυμνή στο σκοτάδι όταν άλλαζε το φεγγάρι, χάθηκε μια νύχτα και δε θα γυρίσει ποτέ πια.
Ήταν ψηλή και θα 'πρεπε να 'ναι λευκή εκτυφλωτική, έτσι όπως τη προφτάσανε τα μάτια μες από της θάλασσας τα βάθη.

Cesare Pavese, "Τα ποιήματα ("Η δουλειά κουράζει")", Printa 2005 (μετάφραση Γιάννης Παππάς)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου