Τρίτη, 12 Ιουλίου 2011

ουίλλιαμ φώκνερ

Σηκώθηκε βλαστημώντας κι έτρεξε να κλείσει το παράθυρο. Φυσούσε μια τόσο παγερή τραμουντάνα, ώστε αντί να ζωηρεύει τα χρώματα του πρωινού, όπως έκανε πάντα, τα χώριζε, κόβοντάς τα στη μέση, αφήνοντας μόνο τα κροκί ή, μάλλον, μερικά ξεθωριασμένα ίχνη τους, όπως στις ακουαρέλες που σκαρώνουν ερασιτέχνες, οι οποίοι αφιερώνουν τον κυριακάτικό τους χρόνο στη ζωγραφική. Προφανώς το καλοκαίρι, που ήδη εδώ και μερικές μέρες έπνεε τα λοίσθια, αποφάσισε στη διάρκεια της νύχτας να φύγει οριστικά, παραχωρώντας τη θέση του στην εποχή που επρόκειτο να έρθει, δηλαδή το φθινόπωρο. Όφειλε να έρθει, γιατί στην πραγματικότητα, έτσι όπως προαναγγελλόταν, αυτό το φθινόπωρο έμοιαζε με χειμώνα, και μάλιστα με βαρυχειμωνιά.
Μπαίνοντας πάλι κάτω από τα σκεπάσματά του, ο Μονταλμπάνο αφιέρωσε μια ελεγεία στις εποχές που εξαφανίστηκαν. Πού κατέληξαν; Παρασυρμένες κι αυτές από τον ολοένα και πιο γρήγορο ρυθμό του ανθρώπου, προσαρμόστηκαν αναλόγως: κατάλαβαν ότι εκπροσωπούσαν μια παύση και χάθηκαν, καθότι σήμερα είναι αδιανόητη η πολυτέλεια έστω και μιας στιγμής αδράνειας, σ’ αυτή τη φρενήρη κούρσα που τρέφεται με ρήματα: γεννιέμαι, τρώω, σπουδάζω, γαμώ, παράγω, κάνω ζάπιγκ, αγοράζω, πουλάω, χέζω και πεθαίνω. Ρήματα σε πρώτο πρόσωπο, αλλά με απειροελάχιστη διάρκεια, σαν το πετάρισμα των βλεφάρων. Δεν είχε υπάρξει όμως και μια άλλη εποχή, που είχε άλλα ρήματα; Σκέφτομαι, συλλογίζομαι, ακούω και, γιατί όχι, τεμπελιάζω, ονειρεύομαι, αφαιρούμαι; Σχεδόν με δάκρυα στα μάτια, ο Μονταλμπάνο αναπόλησε τα ρούχα ντεμί-σεζόν και το ξεσκονιστήρι του πατέρα του.

Andrea Camilleri, "Το άρωμα της νύχτας", Πατάκης 2003 (μετάφραση Φώτος Λαμπρινος)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου