Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2011

έκατσε και σκοτώθηκε σαν τον πούσκιν

Ελάχιστα πράγματα μπορούσα να κάνω για να ξεριζώσω εκείνες τις αμφιβολίες, κι όταν κατάφερνα μερικές φορές να τις ξεχνώ, εκείνες επέμεναν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους με τη μορφή ενός επαναλαμβανόμενου, ξεκάθαρου ονείρου: ήμουν πίσω στην Ουκρανία και έτρεχα καβάλα στο άλογο, δίπλα στον αδελφό μου, στη βόρεια όχθη του Ντον. Ένα άτακτο τάγμα Κοζάκων μας παρατηρούσε σιωπηλά από την άλλη όχθη, θαρρείς και ζήλευαν την παιδική ηρεμία με την οποία ο Πιότρα κι εγώ κινούμαστε σ’ εκείνο το αβέβαιο έδαφος, το οποίο εκείνοι δεν μπορούσαν να προσπελάσουν. Ξαφνικά άκουγα πίσω μου τη φωνή της γιαγιάς μου, του μοναδικού προσώπου για το οποίο νομίζω πως έχω νιώσει κάτι παρεμφερές με τρυφερότητα, να κοροϊδεύει κι εκείνη τη φυλή των Κοζάκων και να θυμάται γελώντας την ταφή του ποιητή Λέρμοντοβ, του τελευταίου και πιο αδέξιου των ρομαντικών. Μιλούσε μάλλον εξαντλημένη παρά πικραμένη, ύστερα από ογδόντα χρόνια γεμάτα στερήσεις στις όχθες της Κασπίας, και διηγούνταν τη μονομαχία του ποιητή σαν ένα κακόγουστο αστείο, την τελευταία ανοησία ενός άμυαλου νεαρού χωρίς φαντασία:
«Ο δύσμοιρος έκατσε και σκοτώθηκε σαν τον Πούσκιν». Μουρμούριζε μ’ ένα από κείνα τα άυλα χαμόγελα που μόνο στα όνειρα διαγράφονται. «Δεν είχε καν τα κότσια να δημιουργήσει τον ίδιο του το θάνατο», και μου διηγούνταν για άλλη μια φορά τη μονομαχία του Λέρμοντοβ με την παραμικρή λεπτομέρεια, σαν να ‘λεγε κάποιο παλιό ανέκδοτο, που μόνο εκείνη το έβρισκε αστείο.

Ignacio Padilla, «Αμφιτρύων», Κέδρος 2008 (μετάφραση Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου