Κυριακή, 7 Αυγούστου 2011

δυο τέλειες σταγόνες δάκρυα

Γύρισα στο σπίτι νωρίς. Είπα "γεια" μπαίνοντας, αλλά δεν πήρα απάντηση. Έκανα μια γύρα σ' όλα τα δωμάτια. Δεν τη βρήκα σε κανένα. Στο τραπέζι της κουζίνας βρήκα το σωληνάριο της κόλλας, εντελώς τελειωμένο. Προσπάθησα να κουνήσω μια καρέκλα για να καθίσω. Δεν κουνήθηκε. Ξαναπροσπάθησα. Ούτε σπιθαμή. Την είχε κολλήσει στο πάτωμα. Το ψυγείο δεν άνοιγε. Το 'χε κολλήσει κι αυτό, για να μην μπορεί ν' ανοίξει. Δεν καταλάβαινα τι συνέβαινε, τι την έπιασε κι έκανε τέτοιο πράγμα. Δεν ήξερα που ήταν. Πήγα στο καθιστικό να τηλεφωνήσω στη μάνα της. Δεν μπόρεσα να σηκώσω το ακουστικό. Το είχε κολλήσει κι αυτό. Έδωσα μια κλωτσιά στο τραπέζι και κόντεψα να σπάσω το πόδι μου. Ούτε καν κουνήθηκε. και τότε την άκουσα να γελάει, κάπου από πάνω μου. Κοίταξα επάνω και την είδα. Στεκόταν ξυπόλητη στο ταβάνι του καθιστικού.
Έμεινα να την κοιτάω χάσκοντας. Όταν ανέκτησα τον έλεγχο των φωνητικών μου χορδών, το μόνο που βρήκα να ρωτήσω ήταν:
"Τι στην ευχή... τρελάθηκες τελείως;"
Δεν απάντησε, χαμογέλασε μόνο. Το χαμόγελό της φαινόταν τόσο φυσικό, ενώ αυτή κρεμόταν έτσι ανάποδα, λες και τα χείλη της τεντώνονταν μόνα τους από τη δύναμη της βαρύτητας.
"Μην ανησυχείς, θα σε κατεβάσω", είπα τρέχοντας στο ράφι κι αρπάζοντας τα πιο χοντρά βιβλία.
Έφτιαξα έναν πύργο με τους τόμους της εγκυκλοπαίδειας και σκαρφάλωσα στην κορυφή.
"Μπορεί να σε πονέσει λιγάκι", είπα προσπαθώντας να κρατήσω την ισορροπία μου.
Εξακολουθούσε να χαμογελάει. Τράβηξα όσο πιο δυνατά μπορούσα, αλλά δεν έγινε τίποτα. Προσεκτικά γλίστρησα κάτω.
"Μην ανησυχείς", είπα. "Θα φωνάξω τους γείτονες, κάτι θα βρω να κάνω, θα πάω δίπλα να ζητήσω βοήθεια".
"Θαυμάσια", γέλασε. "Δεν πρόκειται να πάω πουθενά".
Γέλασα κι εγώ. Ήταν τόσο όμορφη και τόσο απρόσμενη. Έτσι όπως κρεμόταν ανάποδα απ' το ταβάνι. Με τα μακριά της μαλλιά να κυματίζουν προς τα κάτω και τα στήθη της να μοιάζουν με δυο τέλειες σταγόνες δάκρυα κάτω απ' το άσπρο της μπλουζάκι. Τόσο όμορφη. ξαφνικά σκαρφάλωσα στη στοίβα με τα βιβλία και τη φίλησα. Ένιωσα τη γλώσσα της πάνω στη δική μου. Τα βιβλία γκρεμίστηκαν κάτω απ' τα πόδια μου., αλλά εγώ έμεινα να αιωρούμαι στον αέρα, κρεμόμουν μονάχα απ' τα χείλη της.

Etgar Keret, "Ο οδηγός λεωφορείου που ήθελε να γίνει θεός", Καστανιώτης 2004 (μετάφραση Μάγκυ Κοέν)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου