Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

persona

Την περασμένη βδομάδα βρήκα τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά του μπαμπά πεταμένα στο καλάθι της τουαλέτας. Νίκησα το καπάκι ασφαλείας με ένα αμέριμνο σπρώξιμο και έπειτα ένα στριφογύρισμα. Το μπουκάλι ήταν γεμάτο μέχρι τη μέση με λευκά, ασβεστοειδή χάπια.
Στην ιστοσελίδα alternativemedicine.com, την οποία ο πατέρας μου έχει περιλάβει στα αγαπημένα του στον υπολογιστή του, γράφει ότι «η συναισθηματική νάρκη που επιφέρει το Prozac είναι συχνά πολύ χειρότερη στα μάτια του ασθενούς απ’ ότι η αρχική κατάθλιψη».
Έχω τη γνώμη ότι η ιστοσελίδα εννοεί «σύμφωνα με την άποψη του ασθενούς» και ότι τα μάτια δεν επηρεάζονται ιδιαίτερα.
Η πρώτη ένδειξη ήταν η αμαύρωση του λευκού κατά τα άλλα μητρώου απουσιών του πατέρα μου από τα πρωινά της Δευτέρας.
Όταν γύρισα σπίτι από το σχολείο τη Δευτέρα, τον βρήκα στο παράθυρο της κρεβατοκάμαράς του με την γκρενά του ρόμπα, να χαζεύει το φέρι μπόουτ του Κορκ που ερχόταν για να δέσει. Ο διακόπτης της κρεβατοκάμαρας ήταν γυρισμένος στο τέρμα.
«Κυρίες και κύριοι, ο Κόρκι», είπα, με δήθεν εφετζίδικη φωνή τηλεπαρουσιαστή , μπαίνοντας στο δωμάτιο.
«Ναι, ο Κόρκι», επιβεβαίωσε.
Κρατούσε μια κούπα νερό που μέσα του κολυμπούσε ένα ροζιασμένα υπόλειμμα λεμονιού. Φορούσε παντόφλες και κάλτσες.
«Είσαι άσχημα;» τον ρώτησα.
Γύρισε προς τα μένα. Οι σακούλες κάτω απ’ τα μάτια του έμοιαζαν μαλακές και λείες. Δεν φορούσε τα γυαλιά του.
«Δεν νιώθω πολύ καλά», επιβεβαίωσε. «Λέω να μείνω στο κρεβάτι».
Οι κόρες των ματιών του είχαν μικρύνει.
Έριξα μια ματιά γύρω μου στο δωμάτιο. Το κρεβάτι ήταν στρωμένο. Μέχρι που είχε απλώσει το μαξιλάρι σε ένα ρομβοειδές σχέδιο, πάνω στη σανίδα του κρεβατιού.
Έπειτα απ’ αυτό, για κάνα δυο μέρες, δεν τον έβλεπα παρά μόνο όταν κατέβαινε για να ξαναγεμίσει την κούπα του και μερικές φόρες για να αλλάξει τη φέτα του λεμονιού του. Χρησιμοποιούσε μια κούπα που είχε γραμμένη πάνω της τη λέξη Persona, δίπλα σε ένα άχαρο λογότυπο: μια ρόδα λούνα-παρκ από πολύχρωμες βούλες που ξεκινούσαν κόκκινες, γίνονταν κίτρινες, πράσινες κι έπειτα ξανά κόκκινες.

Joe Dunthorne, «Υποβρύχιο», Ίνδικτος 2008 (μετάφραση Αλέξης Καλοφωλιάς)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου