Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2011

εισπνέω σκοτάδι από το στόμα

Υπάρχει ξαφνικά μια έντονη λάμψη λευκού φωτός που μου τρυπάει τα μάτια. Κάποιος σκύβει πάνω μου, μια φωνή μου σκίζει το κεφάλι, ακούω κραυγές που ηχούν σε διαδρόμους στο βάθος, αλλά ξέρω ότι είναι δικές μου. Εισπνέω σκοτάδι από το στόμα, σκοτάδι γεμάτο άγνωστα πρόσωπα, ψίθυρους, και πεθαίνω πάλι ευτυχισμένη.
Ένα λεπτό αργότερα –μια μέρα, μια βδομάδα, ένα χρόνο μετά- το φως επιστρέφει από την άλλη μεριά των βλεφάρων μου, τα χέρια μου καίνε, και το στόμα μου, και τα μάτια μου. Με σπρώχνουν σε άδειους διαδρόμους, φωνάζω πάλι. Σκοτάδι.
Μερικές φορές, ο πόνος συγκεντρώνεται σε ένα μόνο σημείο, πίσω από το κεφάλι. Μερικές φορές, νιώθω ότι με μετακινούν, ότι με σπρώχνουν αλλού, και διακλαδίζεται στις φλέβες μου, σαν μια απότομη φλόγα που μου στεγνώνει το αίμα. Μέσα στο σκοτάδι υπάρχει συχνά φωτιά, συχνά νερό, αλλά δεν υποφέρω πια. Οι γλώσσες της φωτιάς με φοβίζουν. Το νερό που αναβλύζει είναι κρύο και γλυκό στον ύπνο μου. Θα ‘θελα να εξαφανιστούν τα πρόσωπα, να σβηστούν οι ψίθυροι. Όταν εισπνέω το σκοτάδι από το στόμα, θα ‘θελα το σκοτάδι το πιο μαύρο, θα ‘θελα να γλιστρήσω όλο και πιο βαθιά στο παγωμένο νερό, να μην επιστρέψω πια.

Sébastien Japrisot, «Παγίδα για Σταχτοπούτα», Κέδρος 2002 (μετάφραση Ελένη Λινάρδου)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου