Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2011

κάνω περίπατο τον πόνο μου

Κάνω περίπατο τον πόνο μου, τον διασκεδάζω, τον ψυχαγωγώ, προσπαθώ να τον κοιμίσω. Την ίδια στιγμή, ετοιμάζω φράσεις, μηχανεύομαι ομολογίες, όχι πολύ ατιμωτικές. Ορκίζομαι να μιλήσω μόλις καθίσουμε στο τραπέζι, ή πάλι λίγο αργότερα, όταν θα με βοηθήσει ν’ ανέβω στο δωμάτιο για να κοιμηθώ. Βλέπω εκ των προτέρων τη σκηνή: θα με φιλήσει. Θα μου πει: «Δεν πειράζει, αγάπη μου. Τα’ όνομά σου δεν έχει σημασία. Αφού εγώ σ’ αγαπώ». Και κατά βάθος, αυτό είναι αλήθεια! Τι σημασία έχει το όνομα; Τότε, γιατί να μιλήσω;
Ανοίγει το παράθυρο.
-Μπερνάρ! Γύρνα πίσω! Θα κρυώσεις!
Ακριβώς όπως η μητέρα μου, κάποτε! Και επιστρέφω, θυμωμένος, με τη σουβλιά στα πλευρά να εκτοξεύει την ύπουλη φωτιά της. Έπειτα, κάποια μέρα, δεν ξέρω πώς, με επισκέπτεται η έμπνευση. Κάθομαι στο πιάνο. Παίζω μερικά μέτρα για να μαλακώσω αυτά τα δάχτυλα που αδρανούν εδώ και τόσο καιρό. Και, αμέσως, ένα βαλς του Σοπέν. Η Έλεν, πάνω, συγυρίζει το δωμάτιο. Τα βήματά της σταματούν στις πρώτες νότες. Τα δάχτυλά μου τρέχουν. Έχασα πολλά, ξέρω όμως ακόμα να τονίζω τις αξίες, να δίνω ζωή σ’ αυτή την όλο χάρη μουσική, που ενώνει με τόσο συγκινητικό τρόπο την ορμή, την ονειροπόληση, την παραίτηση. Αφήνομαι. Ξεχνάω τα υπόλοιπα. Βγάζω από το καταπονημένο όργανο έναν παθιασμένο μονόλογο που εκφράζει διαδοχικά τους λόγους που έχω να ζήσω ή να πεθάνω. Ξεχνάω ότι πονάω. Παίζω με απληστία, με λαχτάρα, με τρέλα, με απελπισία. Είμαι αλλού, στην αληθινή πατρίδα μου. Τα χέρια μου πετούν μπροστά μου. Ένα ρίγος κυριεύει τον αυχένα μου. Ένα νυχτερινό, τώρα. Μου αρέσει λιγότερο αυτή η θλίψη που αγγίζει την ψυχή, είναι όμως τόσο εύκολη! Κυλά σαν πανσέληνος. Και, για το τέλος, γιατί δεν άντεχα άλλο, κράτησα μια ανδροπρεπή πολωνέζα, σκεπτόμενη, κάτι σαν βάδισμα στ’ αστέρια, με το κάπως χαμένο βλέμμα σοφού. Να πώς πρέπει να προτρέχει κανείς της μοίρας του.

Boileau-Narcejac, «Οι Λύκαινες», Κέδρος, 2005 (μετάφραση Εύη Γερόκωστα)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου