Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011

η αψηλάφητη και προστατευτική ομίχλη της μνήμης

…Κανένας δεν μάζευε τις ελιές που έπεφταν από το δέντρο και η λιωμένη σάρκα τους γέμιζε με μαύρα σημάδια τα τρία τούβλινα σκαλοπάτια στα οποία κατέληγε, στρίβοντας απότομα δεξιά, το πρώτο τμήμα του μονοπατιού που πλαισιωνόταν από αυτούς τους ανοιχτογάλανους θάμνους, όπως κανένας άλλος, εκτός από τα παιδιά, δεν έδινε σημασία στα γινωμένα σύκα, με το σχεδόν κατάμαυρο ζαρωμένο και ρυτιδιασμένο δέρμα, τη σκασμένη κατακόκκινη, γεμάτη σποράκια, γλυκιά σάρκα, τα οποία βρίσκονταν σκορπισμένα λίγα μέτρα παραπέρα ανάμεσα στις τούφες του πράσινου ακόμα γρασιδιού στο κιτρινισμένο από το καλοκαίρι λιβάδι και τα οποία έπρεπε να διεκδικείς από τα μυρμήγκια κάτω από το βαρύ άρωμα των πλατιών φύλλων της συκιάς. Στην άκρη της αλέας της πλαισιωμένης με τις μουριές, το τραμ έκανε στάση κάτω από το τεράστιο πεύκο σε σχήμα ομπρέλας του οποίου ο κορμός, γερμένος από τον αέρα, ακουμπώντας σχεδόν στο έδαφος, ήταν καλυμμένος όχι ακριβώς από φλούδα αλλά από χοντρά ρομβοειδή λέπια βαλμένα το ένα μέσα στο άλλο, που είχαν ένα μεταξένιο γκρίζο χρώμα με λίγο ροζ στο κέντρο και κατέληγαν σ’ ένα τραχύ καφέ εξόγκωμα. Από ένα σημείο ανάμεσά τους ανάβλυζε διαρκώς το ρετσίνι, που στην αρχή σχημάτιζε μια χοντρή φούσκα στο μέγεθος του φραγκοστάφυλου, λάμποντας χρυσοκίτρινη στον ήλιο και της οποίας η βάση καλυπτόταν από ένα είδος λευκώματος πριν φτάσει να στάξει στο τέλος όμοια με μια μακρά σειρά γκρίζων δακρύων που ξασπρίζει σιγά σιγά σαν κουτσουλιά πουλιού. Δυο αλόες νάνοι με κίτρινες μπορντούρες στα φύλλα, βαλμένες σε πήλινες γλάστρες, στεφάνωναν τους παραστάτες της καγκελόπορτας στην είσοδο της αλέας η οποία προχωρούσε βαθιά στους κήπους όπου, το Σεπτέμβρη, την εποχή του τρύγου, θα έλεγες ότι αιωρείτο μονίμως στον ακίνητο αέρα ανάμεσα στις δάφνες η λεπτή άσπρη σκόνη που σήκωσε, στο πέρασμά του το αυτοκίνητο κάποιου επισκέπτη – ή απλώς (τέτοια ήταν η ξηρασία) τα πέταλα των μεγαλόσωμων αλόγων και οι σιδεροντυμένοι τροχοί των κάρων. Θαρρείς και, πέρα από το καλοκαίρι, υπήρχε και κάτι άλλο που ψυχορραγούσε δίχως τελειωμό μες στην αποπνικτική ακινησία του αέρα, όπου έμοιαζε να επιπλέει συνεχώς αυτό το αιωρούμενο πέπλο που καμιά πνοή αύρας δεν έδιωχνε, κατερχόμενο αργά, καλύπτοντας με ομοιόμορφο σάβανο τις φουντωτές δάφνες, το τσουρουφλισμένο από τον ήλιο γρασίδι, τις μαραμένες ίριδες και τα στάσιμα νερά της γούρνας κάτω από ένα αψηλάφητο στρώμα στάχτης: η αψηλάφητη και προστατευτική ομίχλη της μνήμης.

Claude Simon, «Το Τραμ», Εστία 2003 (μετάφραση Θωμάς Σκάσσης)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου