Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2011

μα όσοι ξαγρυπνούσαν ζήλευαν τον ύπνο τους

Οι κοιμισμένοι στέναζαν, μα όσοι ξαγρυπνούσαν ζήλευαν τον ύπνο τους.
Κοίταξαν ίσια μπροστά, αναζητώντας με το βλέμμα τα κάρα με το ψωμί, πέρα στο δρόμο που έχασκε στείρος, ερημωμένος από τη θύελλα της επανάστασης, σαν νεκρό έντερο που είχε πάψει να σιτίζει την κοιλιά της Γαλλίας. Ένας δρόμος λευκός, που ξετυλιγόταν ατέλειωτος κάτω από τον μουδιασμένο ουρανό, λιάζοντας το χλωμό του μέτωπο στον ορίζοντα, πλαδαρός σαν τα πρόσωπα των παπάδων, αφράτος σαν τα μάγουλα των επισκόπων, αρρυτίδωτος σαν καλοταϊσμένος καλόγερος που απλώνει το χέρι ψωμοζητώντας. Απλωνόταν γαλήνιος σαν τη θεία λειτουργία στα χωριά, στεφανωμένος από τα γκρίζα συννεφάκια του απομεσήμερου, σαν ένας γερο-ηγούμενος, που μετά το γεύμα αποσύρεται στο διακονικό, βυθίζεται ανάλαφρα στην πολυθρόνα και γλυκοκοιμάται, ενώ οι μπούκλες της περούκας του πέφτουν στο μέτωπό του.
Το ρακένδυτο πλήθος σκορπούσε μιαν αφόρητη μπόχα. Οι βρόμικοι λαιμοδέτες τους ανέμιζαν γύρω από τα σταχτιά τους πρόσωπα. Ένα πνιγηρό κλάμα έσκιζε κάθε τόσο τη φριχτή σιωπή. Ως εκεί που έφτανε το μάτι, δεν έβλεπες παρά μια θάλασσα από κουρελιασμένα τρίκοχα, ενίοτε στολισμένα με λερωμένα φτερά στρουθοκαμήλου, να σκιρτούν στον άνεμο. Οι σκόρπιες μαύρες σιλουέτες θύμιζαν τα πετρωμένα βήματα ενός σκοτεινού μενουέτου, ενός μακάβριου χορού με μπροστάρη τον θάνατο, που στο πρόσταγμά του όσοι ακολουθούσαν πίσω του είχαν ευθύς μαρμαρώσει, είχαν μεταμορφωθεί σε έναν θεόρατο σωρό από μαύρες πέτρες, καθηλωμένοι και ξεπαγιασμένοι από τα μαρτύρια, σαν σιωπηλές στήλες άλατος. Μια απολιθωμένη στρατιά από αναρίθμητους Λωτ, βγαλμένους από τα κολασμένα καμίνια των Γομόρρων.

Georg Heym, «Ο Κλέφτης», Νεφέλη 2009 (μετάφραση Γιάννης Καλιφατίδης)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου