Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2011

αυτό που νιώθουμε όταν πεινάμε

Γι’ αυτό, εκείνο το ίδιο βράδυ, η νεκρική καμπάνα του χωριού μου φάνηκε φορτωμένη, όχι από απελπισία, μα από μια ευθυμία ανάλαφρη και τρυφερή. Εκείνη που σήμαινε τις κηδείες και τα βαφτίσια, σήμαινε για μια ακόμη φορά το πέρασμα απ’ τη μια γεννεά στην άλλη. Και δεν ένιωθες παρά μια απέραντη χαρά ακούγοντας να ψέλνονται αυτά τα αρραβωνιάσματα μιας φτωχής γριούλας με τη γη.
Αυτό που μεταδινόταν έτσι από γεννιά σε γεννιά, με την αργή πρόοδο μιας ανάπτυξης δέντρου, ήταν η ζωή μα ήταν κι’ η συνείδηση. Τι μυστηριώδης άνοδος! Ξεκινάμε από μια λυωμένη λάβα, από μιαν αστρική ζύμη, από ένα ζωντανό κύτταρο που βλάστησε από θαύμα και, σιγά σιγά, υψωνόμαστε μέχρι το σημείο να γράφουμε καντάτες και να ζυγίζουμε γαλαξίες.
Η μάνα δεν είχε μεταδώσει μόνο τη ζωή: είχε διδάξει στους γιους της μια γλώσσα, τους είχε εμπιστευτεί το φορτίο που συγκέντρωνε αιώνες, την πνευματική πατρογονική κληρονομιά που η ίδια είχε πάρει σαν παρακαταθήκη, αυτό το μικρό κλήρο από παραδόσεις, από αρχές και μύθους που αποτελεί τη διαφορά που χωρίζει τον Νεύτωνα ή τον Σαίξπηρ απ’ το κτήνος των σπηλαίων.
Αυτό που νιώθουμε όταν πεινάμε, μ’ αυτή των πείνα που ωθούσε τους στρατιώτες της Ισπανίας, κάτω απ’ τις ριπές, προς το μάθημα της βοτανικής, που ώθησε τον Μερμόζ προς τον Νότιο Ατλαντικό, που ωθεί τον άλλο προς το ποίημα του, σημαίνει πως η γένεση δεν συμπληρώθηκε ακόμη και πως πρέπει να συνειδητοποιήσουμε τους εαυτούς μας και το σύμπαν. Μας χρειάζεται να στήσουμε γέφυρες μέσα στη νύχτα. Οι μόνοι που το αγνοούν είναι εκείνοι που μετατρέπουν τη σύνεσή τους σε μια αδιαφορία που θεωρούν εγωϊστική, όμως όλα διαψεύδουν αυτή τη σύνεση! Συνάδελφοι, συνάδελφοί μου, σας έχω μάρτυρες: πότε νοιώσαμε ευτυχισμένοι;

Antoine de Saint-Exupéry, «Γη των Ανθρώπων», Λυχνάρι 1976 (μετάφραση Αλίκη Βρανά)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου