Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

η οργή της μουσικής

Και στο τέλος του πρώτου τραγουδιού η Τζες έβαλε το δάχτυλό της στο λαιμό και άρχισε να κάνει γκριμάτσες.
«Μα είναι τόσο λαπάς» είπε. «Είναι, ξέρω γω, ποιητής ή κάτι τέτοιο».
Αυτό το είπε ως προσβολή: σπαταλούσα το χρόνο μου με κάποια που θεωρούσε τους ποιητές κάτι σαν κολοβακτηρίδια.
«Εμένα δε με ενοχλεί» είπε ο Μάρτιν. «Δε θα σηκωνόμουν να φύγω αν έπαιζε σ’ ένα μπαράκι».
«Εγώ θα έφευγα» είπε η Τζες.
Αναρωτήθηκα αν ήταν δυνατόν να τους βαρέσω και τους δύο συγχρόνως, αλλά απέρριψα την ιδέα με το επιχείρημα ότι θα ήταν υπερβολικά γρήγορη η σφαλιάρα και δε θα τους πονούσε αρκετά. Εγώ θα ήθελα να συνεχίσω να τους κοπανάω κι αφού θα είχαν πέσει κάτω, κι αυτό σήμαινε ότι θα έπρεπε να βαρέσω τον καθένα χωριστά. Είναι η οργή της μουσικής, η οποία θυμίζει την οργή της οδήγησης*, μόνο που είναι πιο δικαιολογημένη. Όταν σε πιάνει η οργή της οδήγησης, ένα κομμάτι του εαυτού σου ξέρει ότι φέρεσαι σαν καραγκιόζης, όταν όμως σε πιάνει η οργή της μουσικής, εκπληρώνεις το θέλημα του Κυρίου και ο Θεός τους θέλει αυτούς τους ανθρώπους πεθαμένους.
Και τότε συνέβη κάτι αλλόκοτο, αν μπορείς να ονομάσεις αλλόκοτη μια βαθιά ανταπόκριση στο Five Leaves Left.
«Μα καλά. Αυτιά δεν έχετε;» είπε ξαφνικά η Μορίν. «Δεν ακούτε πόσο δυστυχισμένος είναι και πόσο όμορφα είναι τα τραγούδια του;»

*Η οργή της οδήγησης (road rage) είναι η οργή που νιώθουν όσοι οδηγούν υπό δύσκολες συνθήκες και η οποία τους ωθεί σε βίαιη συμπεριφορά (Σ.τ.Μ.)

Nick Hornby, «Η Κάθοδος των Τεσσάρων», Πατάκης 2005 (μετάφραση Χίλντα Παπαδημητρίου)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου