Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

νυχτερινό προσκλητήριο

Ήρθαν εχθροί, κουρσάροι, και κούρσεψαν το σπιτικό. Έσφαξαν τους γέρους και τις γριές. Πήρανε τις γυναίκες και τα παιδιά και βάλανε φωτιά στις αποθήκες. Κι απόμειναν λεύτεροι, να κυκλοφορούνε όπου θέλουν κι όπως θέλουν, μια γυναίκα και κάτι ζώα της γειτονιάς: Γατιά, σκυλιά, κοτόπουλα… μπαίνουν, βγαίνουν ελεύτερα από την ξεχαρβαλωμένη ανοιχτή οξώπορτα, και ξεδιαλένε τα απομεινάρια… Η γυναίκα άμα είδε, πως η πόρτα δεν έκλεινε, την άφησε ανοιχτή και γύρισε μέσα, δεν ενδιαφέρθηκε να τη νοικοκυρέψει προτού νυχτώσει, ούτε την πρώτη βραδιά, ούτε τις επόμενες. Την αφήνει έτσι διάπλατα ανοιχτή. Και πάλι τις άλλες πόρτες παραμέσα, του κυρίως σπιτιού, τις κλείνει για το κρύο. Γιατί, αν και μόνη –απομονωμένο βρίσκεται το σπίτι σε αρκετή γύρω περιοχή- δε φοβάται απολύτως τίποτε. Τη ρωτάνε κάπου-κάπου, καθώς περνάει, οι παλιοί της γνώριμοι:
-Και δε φοβάσαι μόνη; Σ’ αυτό μάλιστα το σπίτι, που γίνηκαν κει μέσα τόσοι φόνοι! τόσες σφαγές! τόσα εγκλήματα! που χύθηκε τόσο αίμα!... Λένε πως το χυμένο αίμα αχνίζει και βογκάει, άμα είναι αίμα σκοτωμένου…
-Καθόλου δε φοβάμαι! Είναι τόσο ήμερο το σπίτι, σα να το κατοικούσαν άγγελοι πριν από μένα…

Έλλη Αλεξίου, «Υπολείμματα Επαγγέλματος», Καστανιώτης 1978

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου