Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2012

τα βατράχια

Πιο πέρα ακόμα απλώνονταν χωράφια, πλούσια από τη χρυσή ευλογία του σταριού, που τραγουδούσαν την ασταμάτητη ευλογία των γρύλων. Και σκουροπράσινοι βάλτοι βούιζαν ολόκληροι από τη χαρούμενη φασαρία των βατράχων. Έξω από τα μικρά γκρίζα παράθυρα, όπου κάθονταν οι εργάτες χτενίζοντας ακούραστα με σιδερένια χτένια τις μπερδεμένες τρίχες και καταπίνοντας μπουκιές μπουκιές την ξερή σκόνη που κρυβόταν μέσα σε κάθε βούρτσα, πετούσαν βιαστικά τα χελιδόνια, χόρευαν οι λαμπερές χρυσόμυγες, φτερούγιζαν αβέβαια λευκές και χρωματιστές πεταλούδες. Κι από τα μεγάλα ανοίγματα της στέγης έμπαιναν θριαμβευτικές οι φωνές των κορυδαλλών. Οι εργάτες που είχαν αποχωριστεί πριν από λίγους μήνες τα ελεύθερα χωριά τους, οι εργάτες που ήταν γεννημένοι και μεγαλωμένοι μέσα στη γλυκιά ανάσα του άχυρου, μέσα στην κρύα ανάσα του χιονιού, μέσα στην αψιά μυρωδιά της κοπριάς, μέσα στον εκκωφαντικό θόρυβο των πουλιών, μέσα σ' ολόκληρη την ποικιλόμορφη ευλογία της φύσης: οι εργάτες έβλεπαν πίσω από τα γκρίζα συννεφάκια της σκόνης τα χελιδόνια, τις πεταλούδες, το χορό των κουνουπιών. Και τους έπιανε νοσταλγία. Όταν οι κορυδαλλοί άρχιζαν τις τρίλιες, τους έπιανε ανησυχία. Παλιά δεν ήξεραν ότι υπήρχαν νόμοι που προστάτευαν την υγεία τους. Δεν ήξεραν ότι υπήρχε κοινοβούλιο στη μοναρχία. Ή ότι σε αυτό το κοινοβούλιο συμμετείχαν βουλευτές, που ήταν εργάτες σαν κι αυτούς. Ξένοι εργάτες έρχονταν, έγραφαν πλακάτ, οργάνωναν συγκεντρώσεις, εξηγούσαν στους εργάτες τα άρθρα του συντάγματος και τα λάθη τους, τους διάβαζαν εφημερίδες, μιλούσαν σε όλες τις γλώσσες του τόπου. Οι φωνές τους ήταν δυνατές, σκέπαζαν τους κορυδαλλούς και τα βατράχια. Κι οι εργάτες ξεκίνησαν την απεργία.

Joseph Roth, "Το Εμβατήριο του Ραντέτσκυ", Άγρα 2009 (Μαρία Αγγελίδου)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου