Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2012

παλιά ήταν καλύτερα

Πρέπει να το παραδεχτεί κανείς ότι παλιά ήταν καλύτερα. Είναι βέβαια αλήθεια ότι η νοσταλγία επηρεάζει, στρώνει ένα όμορφο χαλί από ξερά φύλλα δημιουργώντας την επίμονη ψευδαίσθηση μιας χρυσής περασμένης εποχής και την πεισματική ανάμνηση ενός χαμένου παραδείσου. Δεν αγνοώ ότι όλος ο κόσμος ανέκαθεν έλεγε πως παλιά ήταν καλύτερα. Οι εικόνες έρχονται ξανά και ξανά στη μνήμη, πολλές ανεπανάληπτες στιγμές. Ακόμη και οι πελάτες παλιά ήταν ευγενικοί, καθόλου επιθετικοί όπως τώρα. Ιδίως οι Γάλλοι που αποτελούσαν μάλιστα παραδοσιακά το ένα τρίτο της πελατείας του Ξενοδοχείου. Οι Γάλλοι που έρχονταν από την επαρχία πολλές φορές το χρόνο για σύντομη κάθε φορά διαμονή, και όταν τους έλεγες καλημέρα, την ανταπέδιδαν ευγενικά, ενώ σήμερα δεν μπαίνουν καν στον κόπο να απαντήσουν. Το προσωπικό επίσης είχε περισσότερα προσόντα. Οι σερβιτόροι φορούσαν λευκό σακάκι με χρυσά σιρίτια. Έκοβαν το ψητό και καθάριζαν τα ψάρια μπροστά στον πελάτη. Το σερβίρισμα γινόταν κατά το ρωσικό σύστημα, σύμφωνα με το οποίο τα φαγητά τοποθετούνταν πρώτα σε ένα βοηθητικό τραπεζάκι μπροστά από τον πελάτη πριν περάσουν στο πιάτο του, και όχι κατά το γαλλικό, που θέλει τον πελάτη να σερβίρεται μόνος του από την πιατέλα την οποία κρατά ο σερβιτόρος, και λιγότερο ακόμη κατά το αγγλικό, οπότε το γκαρσόν κρατά με το ένα χέρι την πιατέλα και με το άλλο σερβίρει τον πελάτη με ένα μαχαιροπίρουνο που το χρησιμοποιεί σαν λαβίδα. Παλιά οι άνθρωποι έτρωγαν περισσότερο και κάθονταν στο τραπέζι περισσότερη ώρα. Υπήρχε ένας φρακοφορεμένος μετρ ντ’ οτέλ, ένας αρχικαμαριέρης ανά όροφο και ένα ζευγάρι από έναν βαλέ και μια καμαριέρα ανά σουίτα. Ο καθένας είχε τις αρμοδιότητές του. Στους ορόφους υπήρχε διαρκώς κόσμος. Ένας κλητήρας στην είσοδο του Ξενοδοχείου ανήγγειλε τους επισκέπτες ουρλιάζοντας τα ονόματά τους. Φορούσε μια αλυσίδα στο λαιμό και φράκο με ουρά, όπως οι συνάδελφοί του στο Κοινοβούλιο, κοντά στους οποίους είχε συνήθως μάθει τη δουλειά. Παλιά οι πελάτες περνούσαν περισσότερο χρόνο στο δωμάτιό τους. Ήταν πιο πολλοί εκείνοι που έμεναν στο Ξενοδοχείο σε ετήσια βάση. Τα Χριστούγεννα χάριζαν δώρα στο προσωπικό. Και όταν είχαν το καλό γούστο να πεθάνουν κοντά μας, στην κηδεία τους πήγαινε σχεδόν αποκλειστικά το προσωπικό, απόδειξη ότι ήμασταν η μοναδική τους οικογένεια, και το Ξενοδοχείο, το μοναδικό τους σπίτι.
Παλιά οι άνθρωποι έκαναν ό,τι έκαναν με το πάσο τους.

Pierre Assouline, «Ξενοδοχείο Lutetia», Πόλις 2006 (μετάφραση Σπύρος Παντελάκης)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου