Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

αλλά η κίνηση συνεχιζόταν

Σήμερα γίνομαι σαράντα πέντε ετών. Κάθομαι γυμνός ως τη μέση στο ξενοδοχείο Λυκαβηττός στην Αθήνα, κάθιδρος, ρουφώντας μεγάλες ποσότητες Κόκα Κόλα. Σ’ αυτήν την πόλη δεν γνωρίζω ψυχή. Το βράδυ, όταν βγήκα να βρω κάπου να δειπνήσω, βρέθηκα εν μέσω ενός αλαφιασμένου πλήθους που κραύγαζε κάτι ακατάληπτο. Απ’ όσο μπορώ να καταλάβω, επίκεινται εκλογές. Σουλατσάριζα κατά μήκος μιας ατέλειωτης κεντρικής οδού, μπλοκαρισμένος από ανθρώπους και οχήματα, με κόρνες αυτοκινήτων να στριγκλίζουν μες στ’ αυτιά μου, να μην καταλαβαίνω λέξη, και ξαφνικά μου πέρασε από το μυαλό η ιδέα πως αυτό είναι, ουσιαστικά, η μεταθανάτια ζωή – πως η ζωή είχε τελειώσει αλλά η κίνηση συνεχιζόταν, πως αυτό είναι η αιωνιότητα.
Σαράντα πέντε χρόνια πριν η μητέρα μου με έφερε στη ζωή. Πέρασαν δύο χρόνια από τότε που πέθανε. Πέρσι πέθανε κι ο πατέρας μου. Εγώ, το μοναδικό τους παιδί, περπατώ τώρα στους βραδινούς δρόμους της Αθήνας, δρόμους που εκείνοι ποτέ δεν είδαν και ούτε θα δουν. Ο καρπός της αγάπης τους, η φτώχεια τους, η σκλαβιά μέσα στην οποία έζησαν και πέθαναν – ο γιος τους βαδίζει ελεύθερος. Καθώς δεν τους συναντά μέσα στο πλήθος, αντιλαμβάνεται πως κάνει λάθος, αυτό δεν είναι αιωνιότητα.

Joseph Brodsky, «Το τραγούδι του εκκρεμούς», Καστανιώτης 1999 (μετάφραση Δημήτρης Στεφανάκης)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου