Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

όσα περίμενα να πει, όσα ήθελα να πει

Δύο το πρωί. Αθήνα 1979. Κοιμάμαι. Χτυπάει το τηλέφωνο. Μια γυναίκα στην άλλη γραμμή του σύρματος μου λέει: "Ξέρω πως ψάχνεις για μια ιδιαίτερη κοπέλα. Ξέρω τι θέλεις. Μη με ρωτήσεις πώς. Το έχω ακούσει να το λένε, σε καταλαβαίνω, νιώθω την ανάγκη σου, ξέρω τι θέλεις. Σε μισή ώρα θα είμαι εκεί". Σηκώνομαι μισοζαλισμένος, φτιάχνω ένα διπλό ουίσκι. Νομίζω ότι είμαι σε όνειρο. Θυμάμαι την κουβέντα που είχαμε τέσσερις μόλις ώρες πριν με φίλους, που τους έλεγα πως ζητάω κάτι, κάτι αλλιώτικο, κάτι διαφορετικό, που κανείς δε μπορεί να καταλάβει, κανείς από τους φίλους μου δεν μπορούσε να καταλάβει τι εννοούσα με το "μια κοπέλα που να ρέει σαν υγρό". Εκξείνοι το γύριζαν αμέσως στο σεξουαλικό, ενώ εγώ δεν το εννοούσα έτσι. Βάζω και δεύτερο. Πριν το τελειώσω, χτυπάει το κουδούνι. Κλείνω τα φώτα. Δε θέλω να βλέπω. Μπαίνει μια γυναίκα. Το μόνο που καταλαβαίνω είναι ότι είναι μελαχρινή, αδύνατη, μεγαλύτερη. Λέει όσα περίμενα να πει, όσα ήθελα να πει. Η νύχτα είναι υπέροχη, μαγική, κυλάει όπως οφείλουν να κυλούν τέτοιες νύχτες: ατέλειωτα. Δεν ξέρω τίποτα, δε θέλω να ξέρω, δε ρωτάω ούτε όνομα, τίποτα. Δύο άνθρωποι που βρίσκονται στο ίδιο κρεβάτι στις τρεις το πρωί μια χειμωνιάτικη νύχτα του 1979, έχοντας μιλήσει πέντε λεπτά στο τηλέφωνο. Το πρωί που ξυπνάω, νιώθω άβολα. Εκείνη έχει φύγει πριν ξημερώσει. Ανήκω ακόμα στην προηγούμενη νύχτα. Ζω σ' εκείνη τη νύχτα. Είμαι η νύχτα. Οι ώρες πριν την ξανασυναντήσω μου φάνηκαν ό,τι μαγικότερο είχα ζήσει ως τότε. Φυσικά όταν ξανασυναντηθήκαμε, ήταν μέρα, μου είπε το όνομά της και όλα τέλειωσαν...

Αλέξης Σταμάτης, "Ο έβδομος ελέφαντας" Κέδρος 1998

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου