Κυριακή, 1 Ιουλίου 2012

σε όλες τις παραλίες του κόσμου

Κι αν του επιτρεπόταν να κάνει ακόμα μια ευχή, θα ευχόταν να διαλυθεί κι ο ίδιος, τώρα, εδώ, αυτή τη νύχτα. Να μεταμορφωθεί σε ρυάκι, να χυθεί στη θάλασσα. Να τον σηκώσουν ψηλά, να τον μεταφέρουν. Σε όλες τις παραλίες του κόσμου. Τις οποίες ποτέ δεν είδε, επειδή σκεφτόταν πως γι’ αυτό υπήρχε αρκετός χρόνος ακόμα. Αγαπημένη θάλασσα, άσε με απλώς να μπω μέσα σου, μουρμουρίζει ο γέρος, και η θάλασσα μουρμουρίζει κι αυτή. Αναστενάζει. Αχ, όλοι οι άνθρωποι που κάθονται και κοιτάζουν τη θάλασσα. Τρεις σε αυτή την παραλία, πιο πέρα κι άλλοι, σε όλες τις παραλίες του κόσμου κάθονται άνθρωποι και κοιτάζουν τη θάλασσα, σαν μυρμήγκια από ψηλά, σαν σκοτεινό στρίφωμα στο φως, πριν να ‘ρθει το μπλε. Εκατομμύρια κάθονται και κοιτάζουν τη θάλασσα και σκέφτονται την αιωνιότητα, τον πόνο του έρωτα, σκέφτονται το τέλος, σκέφτονται χώρες μακρινές, σκέφτονται, θα ‘πρεπε να ζήσω δίπλα στη θάλασσα, θα ‘πρεπε να κάνω ταξίδια, θα ‘πρεπε να αλλάξω τη ζωή μου. Εκατομμύρια άνθρωποι μαγεύονται από τη θάλασσα. Αναγνωρίζουν για λίγο. Αντιλαμβάνονται πως ο κόσμος δεν δίνει δεκάρα για το αν αυτοί σπαταλούν τη ζωή τους ή όχι. Η θάλασσα, που θα είναι εκεί ακόμα, και μετά. Και για μια στιγμή τούς έρχεται μια ιδέα ή παρηγοριά ή συλλογίζονται, αύριο, αύριο θα τ’ αλλάξω όλα, η ζωή είναι τόσο μικρή. Τέτοιες ιδέες έχουν οι άνθρωποι όταν κοιτάζουν τη θάλασσα, σύντομες, μικρές ιδέες, για κάτι που είναι πολύ μεγαλύτερο απ’ αυτούς, και οι ιδέες γίνονται αέρας και βροχή και πέφτουν στη θάλασσα, μεταφέρονται, και οι άνθρωποι σηκώνονται, ξεχνάνε κι έχουν μονάχα μια τέτοια λαχτάρα όταν έχουν πια φύγει απ’ τη θάλασσα. Αλλά για ποιο πράγμα δεν ξέρουν πια.

Sibylle Berg, «Σεξ ΙΙ», Τόπος 2007 (μετάφραση Μαρία Μουρσελά)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου