Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

μου αφήνεις πενήντα δραχμές για τσιγάρα

Εκείνα τα χρόνια δούλευα στο αγώγι. Τρίπολη-Αθήνα εξακόσιες δραχμές. Είχα μια κράισλερ, πετούσε. Δέκα τρεις Μαΐου, με το παλαιό. Έκανε μια ζέστη, χρόνια είχα να την θυμηθώ. Μετράω με το παλαιό εγώ. Ήρθε ένας, είχε το παιδί του διφθερίτη. Το είχε κουβαλήσει πρώτα στον Παπαδημητρίου. Σπουδασμένος στη Γαλλία ο Παπαδημητρίου.
Του λέει, Πάρε το αεροπλάνο να το πας στην Αθήνα το παιδί.
Δεν είχαν τα μέσα εδώ. 
Έρχεται αυτός με την γυναίκα του, μπαίνουν στην κούρσα χωρίς συμφωνία. Από πού είσαι; τον ρωτάω.
Από το Βαλτεσινίκο, μου λέει.
Το πατάω εγώ το αυτοκίνητο, τα φώτα αναμμένα, έντεκα το πρωί, άντε δώδεκα. Κάνω δυόμιση ώρες μέχρι των «Παίδων». Τότε, με κείνους τους δρόμους. Σταματάω μπροστά στην πύλη, βγαίνει πρώτα ο άντρας με το αγοράκι αγκαλιά. Θα ήταν ώς τριών ετών. Το πηγαίνει μέσα. Εγώ περίμενα.
Έρχεται καμιά φορά, του λέω τί έγινε;
Μου λέει θα το γλιτώσω, το έμπασαν στο θάλαμο. Μου λέει τί σου χρωστάω;
Τί να του γυρέψω, όσα ήθελα μπορούσα, δεν με είχε συμφωνήσει.
Αλλά με μισό παπούτσι ήτανε.
Του λέω, Είσαι ευχαριστημένος να μου δώσεις πεντακόσιες δραχμές;
Βγάζει ένα πεντακοσιάρικο, εκείνο είχε όλο κι όλο.
Τί είναι, του λέω, τον είδα που δίσταζε.
Μου αφήνεις, λέει, πενήντα δραχμές να πάρω τσιγάρα;
Ντρεπότανε.
Και για ναύλα, να πάω εδώ στο Αιγάλεω, σ’ έναν συγγενή μου;
Του λέω, Δώσ’ μου τέσσερα κατοστάρικα.
Τί να του πω που ήταν με μισό παπούτσι.

Θανάσης Βαλτινός, "Εθισμός στη Νικοτίνη", Μεταίχμιο 2003

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου