Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

το πείσμα

Δεν θυμάμαι την τελευταία μου δήλωση. Υποθέτω πως δεν ξέφευγε από τα πεπατημένα. Δεν έπεφτε με τον γδούπο μιας ταφόπλακας ή με την οργή μιας θεομηνίας. Ίσως να ήταν κάπως οξύτερη απ' όσο συνήθως -μα και πάλι, ίσως όχι, δεν θυμάμαι. Εκείνο που θυμάμαι καθαρά, λες και το βλέπω τώρα, ήταν πως σηκώθηκα από την πολυθρόνα μου, ενόσω ακόμη μιλούσα, και κατευθύνθηκα προς την κρεβατοκάμαρα. Δεν φανταζόμουν πως με την απλή αυτή κίνηση -εν μέρει αυθόρμητη, εν μέρει προσποιητή- θα έμπηγα έναν πάσσαλο ανάμεσά μας. Περίμενα να κυλήσουν λίγα λεπτά κι έπειτα ν' ακούσω τα βήματά της. Να την αντικρύσω και -προτού προλάβω να τραβηχτώ- να πέσει στην αγκαλιά μου. Τότε ο μετρητής θα μηδένιζε όλη την ένταση. Τα σκληρά μας λόγια θα έτρεχαν να συναντήσουν όσα παρόμοια ανταλλάξαμε στο παρελθόν. Να αρχειοθετηθούν και να λησμονηθούν. Ν' αφήσουν μονάχα μια μικρή ουλή, δίπλα στις τόσες άλλες.
Άκουσα τα βήματά της, πράγματι, αλλά δεν τα άκουσα να πλησιάζουν. Τα άκουσα να ξεμακραίνουν. Βρόντηξε την πόρτα πίσω της. Κι εν τούτοις δεν κουνήθηκα. Υπολόγισα πως είχε μερικά ακόμη δευτερόλεπτα στη διάθεσή της, έως ότου καλέσει το ασανσέρ, έως ότου το ασανσέρ ανέβει στον έκτο όροφο. Θα μπορούσε να μου χτυπήσει ξανά το κουδούνι. Τότε θα πεταγόμουν από το κρεβάτι μου. Πάλι ο μετρητής θα μηδένιζε. Ίσως και η ουλή -ούτε καν η ουλή- δεν θα έμενε. Θα την σκέπαζε η λήθη.
Παρ' όλο που έχουν περάσει δέκα ολόκληρα χρόνια από τη μέρα που έφυγε, δεν έχω πάψει να αναρωτιέμαι μήπως κι εκείνη περίμενε, πότε θα επιστρέψω στο σαλόνι, πότε θα πέσω στην αγκαλιά της. Μήπως κι εκείνη ήταν βέβαιη -όσο το ασανσέρ πλησίαζε- πως θα ανοίξω την πόρτα μου και θα την τραβήξω ξανά κοντά μου. Μήπως οι δρόμοι μας χώρισαν, επειδή -μόνο και μόνο- η σκέψη μας ακολούθησε την ίδια διαδρομή.

Πέτρος Τατσόπουλος, "Ανάλαφρες Ιστορίες", Εστία 1995

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου