Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

τι νόημα να έχει άραγε αυτό;

Τον παρακολουθώ να πλησιάζει με προφύλαξη προς την κατεύθυνση της ψαροταβέρνας, ρίχνοντας κλεφτές ματιές ολόγυρα. Τα υπόλοιπα συμβαίνουν τόσο αναπάντεχα, τόσο αστραπιαία, που αναρωτιόμουν μετά αν πραγματικά τα είδα. Μια τρίκυκλη μοτοσικλέτα με καρότσα στο πλάι, που ερχόταν φουλαριστή από το βάθος του δρόμου, κόβει ταχύτητα, φρενάρει απότομα, δυο τύποι, ένας κοντός με τραγιάσκα και ένας ψηλός με κρεμαστό μουστάκι, πηδούν, αρπάζουν επιδέξια το γάτο με μια απόχη, του κοπανάνε μια-δυο κλοτσιές και τον μπουζουριάζουν σε ένα τσουβάλι. Ο ταλαίπωρος γάτος αρχίζει να συστρέφεται, να γρατζουνάει και να νιαουρίζει απελπισμένα αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Οι απαγωγείς ρίχνουν το θήραμα τους στην καρότσα, πηδάνε πάλι στη μοτοσικλέτα και γίνονται καπνός.
Εγώ δεν τολμώ να πιστέψω στα μάτια μου. Παγωμένος από έκπληξη χάνω πολύτιμο χρόνο. Δεν είμαι σίγουρος πώς πρέπει να αντιδράσω. Να περιμένω το φιλαράκο μου τον Κοψουνούρη, όπως είχαμε συμφωνήσει, ή να πάρω από πίσω τους κακοποιούς; Από τη μια η πεινασμένη κοιλίτσα μου, από την άλλη ένας συνάδελφος που έχει την ανάγκη μου. Διστάζω κάνα δυο δευτερόλεπτα αλλά το παίρνω απόφαση. Δίνω ένα σάλτο και αρχίζω να τρέχω με όλη μου τη δύναμη πίσω από τη μοτοσικλέτα. Αδικος κόπος. Όσο και να τρέχω η μοτοσικλέτα τρέχει ακόμα γρηγορότερα και σε λίγο χάνεται από τα μάτια μου στο βάθος του σκοτεινού δρόμου.
Λαχανιασμένος παίρνω το δρόμο της επιστροφής και όπως περνάω με κατεβασμένη ουρά από το σημείο της απαγωγής, παίρνει το μάτι μου ένα μεταλλικό αντικείμενο να γυαλίζει στην άσφαλτο. Καταπώς φαίνεται έχει πέσει από τους κακοποιούς. Πλησιάζω, το αναποδογυρίζω με το μπροστινό μου πόδι, το μυρίζω και το εξετάζω προσεχτικά. Είναι μια καρφίτσα, από αυτές που φοράνε οι άνθρωποι καμιά φορά στο πέτο. Δείχνει ένα πράσινο τετράφυλλο τριφύλλι μέσα σε ένα ασημένιο πέταλο. Περίεργο. Τι νόημα να έχει άραγε αυτό;

Ευγένιος Τριβιζάς, "Η τελευταία μαύρη γάτα", Ελληνικά Γράμματα 2001

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου