Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

η παραδοσιακή αυτοκινητοβιομηχανία

Μία ακόμα μέρα είχε ξημερώσει πάνω απ’ τη μικρή μας πόλη και τα πουλάκια κελαηδούσαν αμέριμνα τους αθώους σκοπούς τους.
Τα τελευταία είκοσι λεπτά κοιτούσα το πολυαγαπημένο μου lada. Είχαμε φάει ψωμί κι αλάτι μαζί. Κάποτε ήθελα να πάρουμε μέρος στο Παρίσι-Ντακάρ. Το lada είχε αρνηθεί κατηγορηματικά. Θυμάμαι ότι για μέρες δεν μιλιόμασταν μετά. Ήθελα να το πετάξω στη θάλασ- σα, αυτό κόντεψε να με σκοτώσει σε μια στροφή στην παλαιά εθνική (δεν είμαι κορόιδο να πληρώνω διόδια). Μετά, θυμάμαι, τα ξαναβρή- καμε. Κάναμε μια εκδρομή στα Αραχωβίτικα. Μείναμε ένα βροχερό βράδυ από λάστιχο και γελούσαμε με την καρδιά μας αγκαλιασμένοι. Δεν φτιάχνουν αμάξια σαν αυτό πια. Μαζί με την τυπογραφεία, τις κα- σέτες, την κολτσίνα, τη φουστανέλα και το θεσμό της προίκας, αργο- πεθαίνει και η παραδοσιακή αυτοκινητοβιομηχανία. Χαλεποί καιροί.
Ο μαστρο-Τάσος μισοχωμένος μέσα στο καπό, ξεφύσηξε. Προσπα- θούσε με ψυχή να αναστήσει τη μηχανή, αλλά ήταν ζόρικη αποστολή. Δεν είχα μάθει ακόμα αν ήταν μόνο η μπαταρία και η μίζα, ή και άλλα, ακόμα πιο άγνωστα εξαρτήματα. Προκειμένου να μην ρεζιλευτώ, είπα στο μαστρο-Τάσο να ρίξει μια ματιά και στο βεντιλατέρ, μία λέξη που είχα βρει στο google πατώντας amάξι+βλάβη+μάστορας+εμπειρία.
Όπως και να είχε, το συνεργείο του μαστρο-Τάσου ήταν το καλύ- τερο. Καλή εξυπηρέτηση, καλές τιμές, σπάνια ανταλλακτικά, ο μα- στρο-Τάσος ήξερε πολλά ρατσιστικά ανέκδοτα. Επίσης ήταν το μόνο σε ακτίνα σπρωξίματος από το σπίτι του Μάγου. Τελικά δεν είχα φέρει μαζί μου το τσαλακωμένο χαρτί της εγγύησης, γιατί ήταν στα κυριλλι- κά και η σφραγίδα είχε πάνω ένα σφυροδρέπανο. Όταν γύριζα σπίτι θα την πουλούσα στο ebay.
«Μαστρο-Τάσο! Το νου σου. Έτσι και καταφέρεις και το κάνεις και- νούργιο, θα σε γεμίσω καφετιά», του είπα κλείνοντας το μάτι.
Ο μαστρο-Τάσος με κοίταξε παραξενεμένος. «Καφετιά; Τι καφετιά;»
«Ε, ευρώ», απάντησα. «Ξέρεις. Καφετιά». Έτριψα τον δείκτη με τον αντίχειρά μου και του ξανάκλεισα το μάτι. Μετά έφερα αργά τον δεξί μου δείκτη στον κρόταφο, για να του δείξω να έχει το νου του. Τον μπαγάσα, τι πλακατζής είναι! Από εκείνον είχαν ακούσει και το ανέκ-τα ουγγρικά ψάρια - 123 - δοτο με τον μισό άνθρωπο, μισό πορτοκάλι.
Ο μαστρο-Τάσος κούνησε το κεφάλι του, έφτυσε μια βρισιά και συνέ- χισε να στριφογυρίζει ένα κατσαβίδι πάνω σε κάτι ανοξείδωτα μπου- λόνια. Τουλάχιστον έτσι έμοιαζαν τα μπουλόνια στη φαντασία μου.

Γιάννης Πλιώτας, "Τα Ουγγρικά Ψάρια", Βορειοδυτικές Εκδόσεις

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου