Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

εκείνη την ανέμελη ποδηλατάδα

Προχτές το βράδυ κι ενώ πήγαινα, ακόμη μια φορά, επίσκεψη στο σπίτι του αδερφού μου, στάθηκα στο περίπτερο που μένει ανοιχτό στη γειτονιά του μέχρι αργά τη νύχτα, γιατ’ είχα μείνει από τσιγάρα. 
Κάθε φορά που πάω στον αδερφό μου, την πατάω. Το βλέμμα μου καρφώνεται σε κείνη την παλιά φωτογραφία που έχει κρεμασμένη πάνω απ’ τον καναπέ. Κοιτάζω μέσα εκεί, λοιπόν, τα ηλιοτρόπια του πατρικού μας κήπου, που, σαν υπέροχα φωτιστικά, σκύβανε από πάνω μας ρίχνοντας φως ασπρόμαυρο στου κεφαλιού μας τη φουντίτσα και μένω, πάντα, με την αίσθηση πως δεν περάσαν ούτε δύο λεπτά απ’ τη στιγμή εκείνη: από τη μέρα, δηλαδή, αυτή της άνοιξης που, κρατημένοι απ’ το χέρι, στέκαμε μπροστά στο φωτογραφικό φακό που μας απαθανάτισε ―σαράντα πέντε χρόνια πριν― μέσα σ’ αυτό τον κήπο.
Ας είναι. Αγόρασα, λοιπόν, απ’ το περίπτερο το δεύτερο πακέτο της ημέρας και τ’ άνοιξα πηγαίνοντας προς τη μεριά που είχ’ αφήσει τ’ αυτοκίνητο.
Ένας αέρας κρύος φύσαγε τα μίζερα δεντράκια που, σφηνωμένα στο τσιμέντο, έμοιαζαν σαν να φυλάγανε σκοπιά έξω απ’ το κλειστό και φωτισμένο, μ’ ένα φως πρασινωπό, κρεοπωλείο της απέναντι πλευράς.
Χωρίς να ξέρω το γιατί, αμέσως πέρασα απέναντι και στάθηκα μπροστά στις παγερές βιτρίνες με τα κρέατα, ανάβοντας τσιγάρο.
Πίσω απ’ το τζάμι ―στην κάθετη κολόνα αυτού του μαγαζιού― ένας καθρέφτης μ’ έδειχνε να με κοιτώ έτσι όπως ήμουν ακριβώς, αυτή την ώρα: ένας άντρας που ’χει περάσει από πάνω του ολόκληρη η ζωή, πενήντα πέντε χρόνων, μόνος του κι άναυδος στην ερημιά αυτής της συνοικίας, με το πικρό τσιγάρο του να κρέμεται στην άκρη των χειλιών, κι όλο να στέλνει προς το νυχτωμένο ουρανό εκείνο τον λεπτό καπνό, λες και συνέχιζε την προσευχή που είχ’ αφήσει ατέλειωτη, πριν από χρόνια, ο παππούς του σ’ άλλο μέρος.
Βλέποντας την εικόνα αυτή, συνειδητοποίησα ακαριαία, πως είχα μείνει μόνος πια, δίχως κανέναν συγγενή μου προς τα πίσω. Η αλυσίδα που με ένωνε μ’ αυτούς είχε κοπεί από καιρό κι εγώ στεκόμουν τώρα απορημένος κι άναυδος στην άκρη αυτής της κλίμακας ―που οδηγεί με τρόπο μαθηματικό προς την ανυπαρξία― αφού η ζωή το θέλησε να είμαι πια ο μεγαλύτερος σε ηλικία απ’ όλους μου τους συγγενείς που ζουν σ’ αυτήν εδώ τη χώρα, παρόλο που, από καιρό πιο πριν, θα έπρεπε να το ’χα υποπτευθεί πως θα συνέβαινε κι αυτό, καθώς ο θειος μου ο Χαρίλαος μου τηλεφώναγε ―το καλοκαίρι που μας πέρασε― συνέχεια και μου ζητούσε αν ήταν δυνατόν να επαναλάβουμε, για μια φορά ακόμη, εκείνη την παλιά βολτίτσα στους αγρούς έξω απ’ τη γενέθλια πόλη.
Εκείνη την ανέμελη ποδηλατάδα του ’56 μου ζήταγε να επαναλάβουμε ―πηγαίνοντας αργά και κουβεντιάζοντας οι δυο μας― μέχρι τη βρύση του Πασά, άσχετα αν τώρα πια ο τόπος εκεί γύρω έχει αλλάξει εντελώς αφού χτιστήκαν οι αγροί και μπλοκ, ολόκληρα, κατοικιών ορθώθηκαν σ’ αυτό το μέρος, μέχρι ψηλά, στην τάφρο εκείνη με τα χαμομήλια, όπου παλιά ήταν το σύνορο για τους φυματικούς: εκείνους τους φυματικούς που ζούσανε, συχνά, κλεισμένοι πίσω απ’ τα κάγκελα του σανατόριου, μα κατεβαίνανε κρυφά μέχρι την τάφρο αυτή ―ιδίως τις γιορτές της άνοιξης― και, με τα μάτια φλογισμένα απ’ τον πυρετό, κοιτάζανε με πόθο κι αγαπούσαν νοερά όλες εκείνες τις απόκρημνες γυναίκες, που, κάποτε, αγαπήσαμε κι εμείς απελπισμένα.

Νίκος Χουλιαράς, "Στο σπίτι του εχθρού μου", Nεφέλη 1995

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου