Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

κάθε άνθρωπος

Ήξερα μόνο ποια σκέψη τάχυνε το βήμα του και γιατί κοίταζε το λίγο φως της μέρας με τόσο ποθεινό μάτι. Είχε σκοτώσει ό,τι αγαπούσε κι έπρεπε να πεθάνει.
Κι όμως. Κάθε άνθρωπος σκοτώνει ό,τι αγαπά κι ας το ξέρει ο καθείς: άλλος μ' ερωτικά γλυκόλογα, ο δειλός με φιλί κι ο αντρείος με σπαθί.
Ένας σκοτώνει την αγάπη του νέος, άλλοι όταν γερνάν, ένας τη πνίγει με τα χέρια του πόθου, άλλος με τα χέρια του πλούτου. Οι πιο συμπονετικοί τη μαχαιρώνουνε γιατί έτσι ο νεκρός παγώνει γρηγορώτερα.
Άλλοι αγαπούνε λίγο, άλλοι πιότερο, άλλοι πουλάνε τον έρωτα, άλλοι τον αγοράζουν, άλλοι σκοτώνουν με δάκρια κι άλλοι βουβά χωρίς στεναγμό, γιατί καθένας σκοτώνει ό,τι αγαπά. Κι όμως. Δε πληρώνουν όλοι τόσον ακριβά.
Δε πεθαίνει μ' ατιμωτικό θάνατο μια μέρα σκοτεινή, σιωπηλού πόνου. Δε του περνάνε στο λαιμό το σκοινί, ούτε του φοράνε τη μάσκα στο πρόσωπο. Δε νιώθει τα πόδια του στο κενό και τη σανίδα να ξεγλυστρά κάτωθε τους. Δε βρίσκεται μέσα σε σιωπηλούς φύλακες, να τονε προσέχουν νυχτοήμερα, τις ώρες που θέλει να κλάψει ή να προσευχηθεί, που φοβούνται μη κλέψει από τον δήμιο το θύμα του.
Δε ξυπνά μια παγωμένη αυγή για να βρεθεί τριγυρισμένος από φριχτές φυσιογνωμίες που γεμίζουνε το κελί του, τον λειτουργό του Υψίστου, τον εισαγγελέα με το σοβαρό πρόσωπο και τον κυβερνήτη με το μαύρο επίσημο κοστούμι, με πρόσωπο χλωμό αυστηρό σα του τελευταίου κριτή.
Δε σηκώνεται με πένθιμη σπουδή για να ντυθεί τη φορεσιά του μελλοθανάτου, ενώ ο γιατρός αμίλητος και σκοτεινός τονε παρατηρεί και γράφει κάθε χειρονομία και κάθε νευρική του σύσπαση, κρατώντας ρολόγι που το ελαφρό τικ-τακ του ηχεί σα βαρύ χτύπημα σφυριού.
Δε γνωρίζει την αποκαρδιωτική δίψα που κολλά σαν άμμος στο λαιμό, πριν ο δήμιος με τα χοντρά πέτσινα γάντια του, μπει από τη σιδερόφραχτη πόρτα για να τυλίξει το λαιμό με σκοινιά, ώστε να μη ξαναδιψάσει ο λαιμός ποτέ.
Δε σκύβει για ν' ακούσει τη νεκρώσιμη ακολουθία, ενώ ο φόβος της ψυχής του, του δίνει τη σιγουριά πως ακόμα δε πέθανε. Δε διασταυρώνεται με το ίδιο του το φέρετρο, περνώντας κάτω από τα φριχτά υπόγεια.
Δε ρίχνει τη τελευταία ματιά στον ουρανό μες από γυάλινο φεγγίτη, δε προσεύχεται με πετρωμένα χείλη ζητώντας το τέλος της αγωνίας του, μήτε κι αισθάνεται με ανατριχίλα στο μάγουλό του, το φιλί του Καϊάφα.

Oscar Wilde, "Η Μπαλάντα Της Φυλακής Του Ρήντινγκ", Κορόντζη 1977 (μετάφραση Κατερίνα Παπά)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου