Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

η πολιτεία πρέπει να κουρσευτεί

-Η πολιτεία πρέπει να κουρσευτεί, έλεγε και ξανάλεγε μέσα του. Έφτασαν στην όχθη του ποταμού και διάσχισαν την κοίτη του με το χαμηλωμένο απ' το καλοκαίρι νερό, πηδώντας, παραπατώντας και γλιστρώντας πάνω στα κόκκινα, άσπρα και γκρίζα σαν την άσφαλτο βράχια που την έσπερναν. Βγήκαν αντίπερα και ξανάρχισαν να περπατούν στην ξερή και ζεστή λάσπη. Τέλος έφτασαν στον τάφο του παππού του Χανουμάνθ και ορθοί μες στα ψηλωμένα στάχυα άφησαν τη ματιά τους να πλανηθεί ολόγυρα.
-Πού είναι αυτός που ήθελε να 'ρθω εδώ; είπε εκείνη παίζοντας με τα δάχτυλά της ένα μακρύ και χρυσό στάχυ.
-Εγώ είμαι που σε θέλω, αναθεματισμένη, ζαχαροκαλαμένια, ζαχαρομούνα. Εγώ χρυσόκωλη ψηλομύτα.
-Παλάβωσες, τιποτένιε γιε τιποτένιας πουτάνας; Ούτε να μ' αγγίξεις δεν έχεις το δικαίωμα.
-Μα τον πούτσο μου, τώρα θα δεις!
Και λέγοντας αυτά της ρίχτηκε με μανία, την αναποδογύρισε πάνω στα χρυσά στάχυα και ξεσκίζοντας το σάρι της βάλθηκε να της τραβά και να της ξεριζώνει τα κουμπιά της μπλούζας της. Η γυναίκα, αντιπαλεύοντάς τον μ' όλη της τη δύναμη, πάσκισε να τον πετάξει από πάνω της αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να ξανάψει τον πόθο του και τη σεξουαλική του ορμή που η παραμονή του τόσους μήνες στους ξερούς λόφους του Βικαραμπάντ την είχε πολλαπλασιάσει σ' αφάνταστο βαθμό. 

Venkatesh Kulkarni, "Γυμνός στο Ντεκάν", Ροές 1985 (μετάφραση Β. Κατσάνης)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου