Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

κι ακόμη διψούσαν

Το κορίτσι στεκόταν ακριβώς απέναντί μου. Μου φάνηκε όμως ότι δεν έβλεπε τίποτε γύρω του. Κοίταζε μπροστά του χωρίς να βλέπει τίποτα. Στις άκρες των χειλιών του είχε παγώσει ένα φοβισμένο, γοητευτικό χαμόγελο, λες και σκεφτόταν κάποιον που ήταν απών.
Και ξαφνικά, μέσα από τον φεγγίτη, είδα εκείνα τα φοβερά, γοητευτικά μάτια, που έμοιαζαν να ρίχνουν επικριτικά βλέμματα σε όποιον κοίταζε το κορίτσι, μάτια ανήσυχα, γεμάτα απορία, απειλητικά, μάτια που υπόσχονταν, που τρόμαζαν και ταυτόχρονα μαγνήτιζαν. Και η φωτεινή αχτίδα της ζωής μου έπεσε σ' εκείνα τα λαμπερά, εκφραστικά, μαγικά βάθη και χάθηκε στην άβυσσό τους. Αυτός ο μαγικό καθρέφτης τράβηξε χωρίς αντίσταση την ύπαρξή μου μες στη γοητεία του. Τούτα τα σκιστά τουρκμένικα μάτια σκορπούσαν μια υπερφυσική ακτινοβολία, που με φόβιζε και με μεθούσε. Το κορίτσι έμοιαζε να έχει στραμμένα αυτά τα μάτια προς ένα μακρινό, γεμάτο φόβο τοπίο, ένα τοπίο που δεν μπορούσε να δει κανείς. Είχε ψηλά ζυγωματικά, φαρδύ μέτωπο, λεπτά και σμιχτά φρύδια, και μισάνοιχτα σαρκώδη χείλη, που έδιναν την εντύπωση πως μόλις χώρισαν από ένα μακρύ παθιασμένο φιλί κι ακόμη διψούσαν. Τα ακάλυπτα, μαύρα, ατημέλητα μαλλιά του πλαισίωναν το χλωμό σαν φεγγάρι πρόσωπό του, ενώ ένα τσουλούφι ξέφευγε και έπεφτε στον κρόταφό του. Η απαλότητα των μελών του, η ελαφράδα και η χαλαρότητα των κινήσεών του μαρτυρούσαν πόσο εύθραυστο ήταν, έτοιμο να σπάσει. Οι αρμονικές κινήσεις του κοριτσιού θύμιζαν μπαγιαντέρα, Ινδή χορεύτρια ναού.

صادق هدایت, "Η Τυφλή Κουκουβάγια", Τόπος 2009 (μετάφραση Φωτεινή Σιδηροπούλου)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου