Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

στους αγίους αρέσει να κάνουν μπανιστήρι

"Εσύ είσαι επιτέλους;"
Η Καρολίντα, η σύζυγος του διοικητή, ξεχώρισε από το σκοτάδι, ορθώθηκε μπροστά μου. Με την πάλη τα ρούχα της είχαν γίνει κουρέλια. Τώρα, στο φως του φεγγαριού, τη στόλιζε το ίδιο της το κορμί, ήταν η μέλισσα και το λουλούδι μαζί. Έριχνε πίσω το λαιμό, σε ένα προκλητικό γέλιο. Η γλώσσα της, παμπόνηρη, ξεπρόβαλε ανάμεσα στα χείλη. Για μια στιγμή, η Καρολίντα με έκανε να σκεφτώ τη Φαρίδα. Υπήρχε κάτι που τις έκανε να μοιάζουν, πρόσωπο με πρόσωπο. Ή μήπως η φωτιά του πόθου κάνει όλες τις γυναίκες να φαίνονται ίδιες; Τα χέρια μας ενώθηκαν σαν να έτρεμαν το χωρισμό. Ήμασταν κοντά στην εκκλησία, ψάξαμε επειγόντως μια γωνιά.
"Όχι στην εκκλησία, στους αγίους αρέσει να κάνουν μπανιστήρι".
Γυρίσαμε την πλάτη στην πλατεία και μπήκαμε στον στάβλο της Αποστολής. Μέσα μια λάμπα πετρελαίου εξέπεμπε ένα αχνό φως. Την άρπαξα με το ελεύθερό μου χέρι και βαλθήκαμε να ανοίγουμε δρόμο στα άχυρα, σκοντάφτοντας ο ένας στα πόδια του άλλου. Ένας χορός για τον οποίο δεν είχε ακόμα επινοηθεί η μουσική. Γδυθήκαμε όλο αγωνία. Κρέμασα τη λάμπα από τα κέρατα ενός βοδιού και ξαπλώσαμε πάνω στα ξερά χόρτα.

Mia Couto, "Υπνοβάτισσα Γη", Αιώρα 2003 (μετάφραση Ελένη Αθανασοπούλου)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου