Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

λες κι είχαν αποτραβηχτεί τα σύννεφα

Το βαπόρι δεν ξεκινούσε κι εκείνος δεν έλεγε να καταλάβει. Με δυσκολία σηκώσαμε στο τέλος τρεις άνθρωποι την πολυθρόνα του, ξεκολλήσαμε τα δάχτυλά του από τα κάγκελα. Παρέλυσαν όμως τα πόδια του. Τον ανεβάσαμε στο βαπόρι πάνω στην πολυθρόνα, με κομμένα θαρρείς τα χέρια και τα πόδια του. Είχε όμως τα λογικά του, μιλούσε ήρεμα όπως πριν. Εγκατασταθήκαμε πρόσφυγες στα Βουρλά. Τρία χρόνια έζησε κατάκοιτος στα Βουρλά τη νοσταλγία του. Κάρφωνε κάπου τα μάτια του κι έμενε έτσι βυθισμένος ώρα πολλή. Καμιά φορά, μην αντέχοντας άλλο έλεγε "Αχ, δεν έπρεπε να αφήσω εγώ τη Φλώρινα. Στη Φλώρινα έπρεπε να πεθάνω!" κι αντανακλούσε το βλέμμα του, βλέμμα καθαρόαιμου αλόγου, κι ας είχαν αρχίσει να πέφτουν μέσα του σκιές, το φως του ουρανού της Μακεδονίας κι η φαρδυκάπουλη, ορθόστητη γραμμή των βουνών της φώτιζε το πρόσωπό του, λες κι είχαν αποτραβηχτεί τα σύννεφα.

Necati Cumali, "Μακεδονία 1900", Πρέσπες 2001 (μετάφραση Άνθη Καρρά)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου