Πέμπτη, 14 Αυγούστου 2014

συλλαβές απ' το όνομά της

Σαν έφτασε στην κορυφή του λόφου Μάγκαζιν, σταμάτησε και κοίταξε το ποτάμι προς το μέρος του Δουβλίνου, που τα φώτα του άναβαν κοκκινωπά και φιλόξενα μέσα στην κρύα νύχτα. Κοίταξε κάτω, την πλαγιά, και στη βάση της, στον ίσκιο του μαντρότοιχου που έκλεινε το πάρκο, είδε μερικές ανθρώπινες σιλουέτες, πλαγιασμένες. Αυτοί οι αργυρώνητοι και λαθραίοι έρωτες τον γέμιζαν απελπισία. αναμάσησε τη χρηστότητα της ζωής του; ένιωσε απόβλητος από το γλέντι της ζωής. Ένα ανθρώπινο πλάσμα φάνηκε να τον αγαπάει, κι αυτός είχε απαρνηθεί τη ζωή της και την ευτυχία: κι αυτός την είχε καταδικάσει στην ντροπή, σ' έναν επαίσχυντο θάνατο. Ήξερε πως αυτά εδώ τα πλαγιασμένα πλάσματα κάτω, πλάι στον μαντρότοιχο, τον κοίταζαν και ήθελαν να φύγει. Κανένας δεν τον ήθελε: ήταν απόβλητος από το πανηγύρι της ζωής. Γύρισε τη ματιά του κατά το γκρίζο και γυαλιστερό ποτάμι που φίδωνε προς το Δουβλίνο. Πέρα απ' το ποτάμι είδε ένα εμπορικό τρένο να ξεπροβάλλει από το σταθμό του Κίνγκσμπριτζ, ίδιο σκουλήκι με φλογερό κεφάλι, φιδώνοντας μέσα στο σκοτάδι, φιλόπονο κι επίμονο. Αργοπέρασε και χάθηκε απ' τα μάτια του, κι ωστόσο είχε ακόμη στ' αυτιά του το θόρυβο της ατμομηχανής, καθώς επαναλάμβανε τις συλλαβές απ' το όνομά της. 

James Joyce, "Οι Δουβλινέζοι", Γκοβόστης 1985 (μετάφραση Κοσμάς Πολίτης)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου