Κυριακή, 19 Ιουλίου 2015

και όλους τους θησαυρούς του κόσμου

Ο πατέρας μου μπήκε μέσα στο κλουβί. Τάισε τους κόκορές του δίχως ένα βλέμμα για το νεκροταφείο που εκτεινόταν μες στη μέση της αυλής μας. Τους μιλούσε με χαδιάρικη φωνή. Τους μιλούσε για τον Δαβίδ, το βασιλιά των Εβραίων που είχε την πιο ωραία γυναίκα και όλους τους θησαυρούς του κόσμου πριν ανέβει στο Όρος των Ελαιών κλαίγοντας, με καλυμμένο το κεφάλι και ξυπόλητος, και όλος ο λαός που τον ακολουθούσε είχε καλυμμένο το κεφάλι και ανέβαινε κλαίγοντας.
Σήμερα, γράφοντας ατές τις γραμμές, αναρωτιέμαι αν η παθητική υπεροψία του πατέρα μου δεν περιείχε κάτι από αυτή την πεποίθηση, πόσο θλιβερή, ότι ο πόνος τελικά ικανοποιείται αρκετά άμα τον ζει κανείς. Δεν ξέρω πια. Εκείνη η στιγμή, θα έπαιρνα όμως όρκο, ήταν η στιγμή της παράδοσης του στη μοναξιά και στο τέλος.

Paula Jacques, "Κάθοδος στον Παράδεισο", Στάχυ 2000 (μετάφραση Βασιλική Χασάνδρα)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου