Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2015

σκοτεινοί εκατόγχειρες

Την ώρα π’ ανάβουν τα λυχνάρια ο απαλός ζέφυρος φέρνει από τις πέρα γειτονιές μια λεπτή οσμή φρυγμένου χόρτου. Πέφτει το σκοτάδι ανοίγοντας τη λιτανεία των πραγμάτων της νύχτας. Το προζύμι σκεπασμένο μες στη σκάφη φουσκώνει αργά ρουφώντας τη σιωπή. Πίσω απ’ τον μαντρότοιχο, οι φραγκοσυκιές απλώνουν τα δυνατά τους χέρια, σκοτεινοί εκατόγχειρες μες στη νύχτα κι οι ρίζες τους προχωρούν αργά μες στον άργιλο. Οι τοίχοι σιγομουρμουρίζουν, εκμυστηρεύονται μυστικά, αναθυμούνται τη ζεστασιά μιας παλάμης που ακούμπησε πάνω τους για να ξαποστάσει, την καλοσύνη των άστρων, μια ριπή του ανέμου που τους έκανε ν’ ανατριχιάσουν. 

Γιώργος Χρ. Κυθραιώτης, «Περίπατος στα Τείχη», Αρμός 2005

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου