Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

στρατός ολόκληρος

Το πρωί δεν έβλεπα την ώρα να πάω σκολιό και το βράδυ, όταν έπειτ' από τη μεσημεριάτικη διακοπή τέλειωναν τα μαθήματα, την συνώδευα μαζί μ' άλλες μαθήτριες πολύ δρόμο, κατά το σπίτι της, με τη σιδερένια πόρτα που ήτανε ντυμένη χοντρά καρφιά.
Είχαμ' αρχίσει να γράφωμε στον μαυροπίνακα: Α. Β. Γ. όλα τα κεφαλαία γράμματα κατά σειρά. Το καθένα αιδί σηκωνότανε με τη σειρά του και μαθαίναμε, πρώτ' απ' όλα πώς να πιάνουμε την κιμωλία. Με πολλή τρομάρα πήγα κ' εγώ για τη δοκιμασία, μα μόλις έπιασα την κιμωλία ήτανε τόση η ανατριχίλα που αιστάνθηκα από τη σκόνη όσο τρύφτηκε στα δάχτυλά μου, ώστε λίγο και θα τρελλαινόμουνα. Η τάξη όλη στριφογύριζε σα σβούρα. Ο μαυροπίνακας είχε γίνει ένα έρεβος όπου εγώ σαν κολασμένος ήμουνα προσαρμοσμένες με δεσμά από γραμμές κιμωλίας, εν ω δασκάλες πυρότριχες και κιτρινιάρες, μού τίναζαν αγριεμένες κατάμουτρα σπόγγους, λουρίδες από τσόχα τυλιγμένη, βουτηγμένους μέσα στην απαίσια σκόνη που με στράβονε και μ' έπνιγε.
Άλλα ίχνη δεν μπορώ να διακρίνω σ' αυτό το μονοπάτι της ηλικίας μου, οπούθε πέρασαν αργότερα στρατός ολόκληρος, οι αναμνήσεις των ερχόμενων χρόνων της ζωής μου, ρίχνοντας, τσακίζοντας, εξαφανίζοντας, τα σημάδια τα δειλά και ταβέβαια, που άφηκαν οι αναμνήσεις-πρόσκοποι, όσες τώρα μ' απασχολούν.

Πλάτωνας Ροδοκανάκης, "Το Βυσσινί Τριαντάφυλλο", Πελεκάνος 2006

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου