Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2016

με τη λαχτάρα του πουλιού

Ω θείε τ' ανθρώπου Φύλακα, που χάμου αγάλι γάλι
στα γόνατά σου εδέχτηκες το υπνόγυρτο κεφάλι,
ψάλλε μου συ τι ονείρατα 'ς εκείνο φτερουγιάζουν,
κ' εύχομαι πάντα να φυλάς ψυχαίς που να σου μοιάζουν!
Είναι του γάμου της η αυγή. Πετιέται από την κλίνη,
με τη λαχτάρα του πουλιού, που το κλαρί του αφίνει,
πρώτη φορά γυρεύοντας, ολίγο εκείθε πέρα,
να ισοζυγιάσῃ το κορμί στον άγνωστον αέρα.
Φιλεί τ' αθώα στρωσίδια της· ολόγυρα κυτάζει
μ' αγγέλου αγάπη κάθε τι, και κλαίει πως τ' απαρῃάζει.
Να ξαναϊδή και τ' άνθια της, πριν στολιστή και φύγῃ,
τ' άνθια που φύτεψεν αυτή, το παρεθύρι ανοίγει,
και, πυρωμένα του φωτός από τη θείαν αχτίνα,
λέει πως για τέτοιο χωρισμό δακρύζουνε κ' εκείνα·
οπώς γλυκά τη χαιρετούν, προτού να τα ορφανέψῃ,
μ' όση ευωδία τον κόρφο τους ο Απρίλης είχε θρέψῃ.

Γεράσιμος Μαρκοράς, "Ο Όρκος", Πάπυρος 1996

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου