Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

κάποιος είχε ξεχάσει να κλείσει τα παντζούρια

Όρθιος, στη μέση του δωματίου, τρίκλιζα σαν να με είχαν χτυπήσει. Σκεφτόμουν τη ζωή μου, την κοίταζα κατάματα. Όχι, δεν μπορώ να βγω απ' αυτή τη λάσπη. Ήμουν τόσο απαίσιος, ώστε δεν είχα ούτε έναν φίλο. Μήπως, όμως, αυτό οφειλόταν στην αδυναμία μου να υποκριθώ; Αν όλοι οι άνθρωποι πορεύονταν ξεμασκαρεμένοι, όπως το έκανα εγώ, κοντά μισό αιώνα, το πόσο λίγο διαφέρει το επίπεδό τους θα προκαλούσε την έκπληξή μας. Στην πραγματικότητα, κανείς δεν ζει χωρίς προσωπείο, κανένας. Οι περισσότεροι υποδύονται τους σπουδαίους και τους αριστοκράτες. Υποσυνείδητα, θέλουν να μοιάσουν στους ήρωες της λογοτεχνίας ή σε κάποιους άλλους. Μόνο οι άγιοι το ξέρουν, εκείνοι που μισούν και υποτιμούν τον εαυτό τους, γιατί βλέπουν μέσα τους ξεκάθαρα. Και δε θα με εκτιμούσαν τόσο λίγο, αν δεν ήμουν έτσι αφημένος, τόσο απροστάτευτος και τόσο γυμνός.
Αυτές οι σκέψεις με καταδίωκαν εκείνο το βράδυ, καθώς πηγαινοερχόμουν άσκοπα μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο, σκοντάφτοντας πάνω στα βαριά έπιπλα, από ακαζού και έβενο, που έμοιαζαν σαν κομμάτια από ναυάγιο, θαμμένα στην άμμο του παρελθόντος μιας οικογένειας, πάνω στα οποία ακούμπησαν και απλώθηκαν τόσα κορμιά, που έχουν λιώσει πια. τα μποτίνια των παιδιών είχαν λερώσει το ντιβάνι, τότε που κούρνιαζαν πάνω του για να ξεφυλλίσουν την Εικονογραφημένη έκδοση της Μοντ του 1870. Το χοντρό ύφασμα ήταν ακόμα μαυρισμένο στα ίδια σημεία. Ο αέρας που στροβιλιζόταν, κυκλώνοντας το σπίτι, παρέσυρε τα νεκρά φύλλα από τις φλαμουριές. Κάποιος είχε ξεχάσει να κλείσει τα παντζούρια ενός δωματίου.

François Mauriac, "Ο Κόμπος των Εχιδνών", Σύγχρονοι Ορίζοντες 2009 (μετάφραση Καλλιόπη Ζαχαριάδου)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου