Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2016

εμειδίων, ελάλουν, άδον, και κάποτε εκάγχαζον

Επιτρέψετε μου να παρωδήσω την παροιμία: Όταν η ομορφιά μπαίνει απ’ τη θύρα, η ψευτιά φεύγει απ’ το παράθυρο. Δεν μπορούσα να υποφέρω πια την ιδέα, πως τα ωραία κορίτσια, που περπατούσαν στην ακρογιαλιά, είχαν ρίνας, όμματα και ώτα. Η τελευταία μάλιστα λέξη, που μου έτυχε πάντα στις χρηστομάθειες να την απαντήσω δε­μένη με την, έννοια κάποιου τετραπόδου, μου έκανε φρίκη αυτή τη στιγμή. Δεν μπορούσα να χωνέψω ακόμα, πως είχαν τα ωραία κορίτσια πλοκάμους — όπως τα χταπόδια — και πως κάθε μετάξι των πλοκάμων αυτών μπορούσε να λέγεται θριξ. Όταν συλλογιζόμουν, πως κάτω από τα ωραία τους χείλια έκρυβαν οδόντας, χωρίς να θέλω μου ’ρχότανε στον νου μου η ζωολογία, οι κάπροι, τα χαυλιόδοντα και οι μασέλες που έβλεπα στην προθήκη του οδοντοϊατρού: «Κα­τασκευάζονται τεχνητοί οδόντες». Έπειτα συλλογιζόμουνα τους πόδας των, τας χείρας των, τας γαστροκνημίας των, και θαρρούσα, πως μου άδειαζαν κρύα νερά στη ράχη μου. Χωρίς να θέλω έπειτα συλλογιζόμουν, πως τα ωραία κορι­τσάκια έκρυβαν κάτω από τα μαβιά φορέματα του σχολείου ωμοπλάτας και μ’ έπιανε μελαγχολία· θυμόμουν το φτωχόν εκείνο, τον Κλεάνθη, που έγραφε «εις όστρακα και βοών ωμοπλάτας». Και δεν έφθανε αυτό. Τα ωραία κορίτσια φο­ρούσαν εσθήτας, άλλα είχαν την κόμην «αναδεδεμένην εις κοσσύμβους» και άλλα «άνετον καλύπτουσαν τας ωμοπλά­τας», εβάδιζαν σαν στρατιώτες, εθεώντο της ακτής, εμειδίων, ελάλουν, άδον, και κάποτε εκάγχαζον. Άλλα πάλι «κύπτοντα έδρεπον δράκας ανθέων», τα «ωσφραίνοντο και εκάμμυον τους οφθαλμούς». Άλλα εκλασαυχενίζοντο. Όλα μαζί, τα ωραία κοριτσάκια, «είχον την ψυχήν έμπλεων έρω­τος και ονειρεύοντο τον νεανίαν, όστις θα έφερε προς αυτάς τον διάπυρον έρωτα της τετρωμένης καρδίας του». Και, γύρω απ’ την ωραία αυτή ζωγραφιά, ο ουρανός προσεμειδία, το κύμα έτυπτε την ακτήν, η αύρα προσέπνεε θυμήρης, οι πυργίται έψαλλον κεκρυμένοι επί των κλάδων και οι πρώτοι αστέρες έστιζον το κυανούν στερέωμα.
Κι εγώ αύριο το βράδυ, στην μυστικήν αυτή ώρα, «έμπλεως έρωτος», θα πλησίαζα την «αποπλανηθείσαν επί των βράχων νεανίδα» και θα της έλεγα διά τρεμούσης φωνής:
«Δεσποινίς (ή δεσποσύνη) τα αγνά υμών βλέμματα, ως πύρινα βέλη, έτρωσαν βαθέως την καθημαγμένην καρδίαν μου. Όταν ατενίζω μακρόθεν την κυανήν υμών εσθήτα, η ψυχή μου σκιρτά. Τα όμματα υμών εισίν ειπέρποτε γοητευτικά. Έκαστη θρίξ του κοσσύμβου υμών πλέκεται εις χρυσούν αμφίβληστρον περί την αιμάσσουσαν καρδίαν μου. Άφετε, ω! άφετε επί των λευκών, μαργαριτωδών, μικκύλων οδόντων σας, να επανθίσει δι’ εμέ το μειδίαμα του έρωτος». Έτσι θα μίλησε κι ο Ζευς στη Λήδα!.. Χωρίς άλλο έτσι.

Παύλος Νιρβάνας, "Φιλολογικά Απομνημονεύματα", Οδυσσέας 1988

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου