Όλο το χωριό αναστατώθηκε. Ορισμένοι, οι πιο γραμματιζούμενοι, έλεγαν ότι ήταν πλαστογράφος κι ότι έφτιαχνε κίβδηλα νομίσματα. Άλλοι, οι θρησκόληπτοι και απλοϊκοί, έλεγαν πως είχε παρεδώσε με τον Εξαποδώ.
Ο Σίκο ντα Τιράνα, ο καροτσιέρης, που περνούσε μπροστά από το σπίτι του αινιγματικού ανθρώπου βαδίζοντας δίπλα στο κάρο του που στρίγκλιζε, κοιτούσε την καμινάδα στη σάλα να καπνίζει κι άρχιζε να σταυροκοπιέται και να λέει το πάτερ ημών χαμηλόφωνα. Και αν δεν επενέβαινε ο φαρμακοποιός, ο αρχιφύλακας θα είχε διατάξει να περικυκλωθεί πάραυτα το σπίτι εκείνου του ύποπτου ατόμου που διατάρασσε τη φαντασία σύσσωμου του πληθυσμού μιας πολιτείας.
Afonso Henriques de Lima Barreto, "Η νέα Καλιφόρνια", Εκδόσεις των Φίλων 2009 (μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος)
Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2011
Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2011
Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2011
όπως οι κυνηγοί
Τώρα είμαστε όλοι κυνηγοί ή πρέπει να γίνουμε κυνηγοί και καλούμαστε ή υποχρεωνόμαστε να δρούμε όπως οι κυνηγοί, με την ποινή του αποκλεισμού από το κυνήγι, εάν δεν το κάνουμε, και της υποβίβασής μας στην κατηγορία του θηράματος (γεγονός που ούτε το σκέφτεσαι). Και οποτεδήποτε κοιτάζουμε γύρω μας, το πιθανότερο είναι να δούμε άλλους μοναχικούς κυνηγούς όπως εμείς ή κυνηγούς που θηρεύουν σε αγέλες, τρόπο με τον οποίο ενίοτε και εμείς προσπαθούμε να ενεργήσουμε. Και πρέπει να προσπαθήσουμε ιδιαίτερα πριν μπορέσουμε να εντοπίσουμε έναν κηπουρό που στοχαζόταν πάνω σε κάποια προσχεδιασμένη αρμονία πέρα από το φράκτη του ιδιωτικού κήπου του και έπειτα βγήκε έξω από αυτόν για να την υλοποιήσει. Η σχετική έλλειψη κηπουρών και η αυξανόμενη αφθονία κυνηγών είναι αυτό που οι κοινωνικοί επιστήμονες συζητούν υπό το εμπεριστατωμένο όνομα της «εξατομίκευσης». Σίγουρα δε θα βρούμε πολλούς θηροφύλακες ή ακόμα και κυνηγούς με τα βασικά στοιχεία της κοσμοεικόνας του θηροφύλακα – αυτός είναι ο κύριος λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι με «οικολογική συνείδηση» είναι ξεσηκωμένοι και προσπαθούν να αφυπνίσουν και τους υπόλοιπους από εμάς. Αυτή η αργή αλλά σταθερή εξόντωση της φιλοσοφίας των θηροφυλάκων σε συνδυασμό με την παρακμή της φιλοσοφίας των κηπουρών είναι αυτό που οι πολιτικοί εκθειάζουν κάτω από το όνομα της «απορρύθμισης».
Zygmunt Bauman, «Ρευστοί Καιροί», Μεταίχμιο 2009 (μετάφραση Κωνσταντίνος Δ. Γεώρμας)
Zygmunt Bauman, «Ρευστοί Καιροί», Μεταίχμιο 2009 (μετάφραση Κωνσταντίνος Δ. Γεώρμας)
Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2011
δεν υπάρχει Θεός κι εμείς είμαστε οι προφήτες του
Αν ήσουν ο τελευταίος άνθρωπος στη γη από που θα το καταλάβαινες λες; είπε.
Δεν νομίζω ότι θα το καταλάβαινες. Απλώς θα ήσουν.
Κανείς δεν θα το 'ξερε.
Δεν θα 'χε όμως και σημασία. Όταν πεθαίνεις το ίδιο σου κάνει άμα πεθαίνουν μαζί σου κι όλοι οι άλλοι.
Ο Θεός μπορεί να το 'ξερε. Αυτό εννοείς;
Δεν υπάρχει Θεός.
Δεν υπάρχει;
Δεν υπάρχει Θεός κι εμείς είμαστε οι προφήτες του.
Δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται κι είσαι ακόμα ζωντανός. Πως βρίσκεις να φας;
Δεν ξέρω.
Δεν ξέρεις;
Οι άνθρωποι όλο και κάτι σου δίνουν.
Οι άνθρωποι;
Ναι.
Φαΐ εννοείς;
Φαΐ, ναι.
Σιγά μη σου δίνουν.
Κι όμως, εσείς μου δώσατε.
Εγώ δεν σου 'δωσα τίποτα. Το αγόρι σου 'δωσε.
Είναι κι άλλοι άνθρωποι στο δρόμο. Δεν είστε οι μοναδικοί.
Ενώ εσύ είσαι ο μοναδικός;
Ο γέρος κοίταξε με κάποια επιφύλαξη. Τι θες να πεις; είπε.
Είναι κι άλλοι μαζί σου;
Τι άλλοι;
Άνθρωποι, γενικά.
Κανείς δεν είναι μαζί μου. Τι λες τώρα;
Για σένα λέω. Για το ποια μπορεί να είναι η ασχολία σου.
Ο γέρος δεν απάντησε.
Φαντάζομαι θα θες να 'ρθεις μαζί μας.
Να 'ρθω μαζί σας;
Ναι.
Δεν θα με πάρετε.
Δεν θες να 'ρθεις, στην ουσία.
Ούτε μέχρι εδώ θα 'ρχόμουν αν δεν πεινούσα.
Οι άνθρωποι που λες ότι σου δώσανε να φας. Τι ήταν;
Κανείς δεν μου 'δωσε τίποτα. Απ' το μυαλό μου το 'βγαλα.
Τι άλλο έβγαλες απ' το μυαλό σου;
Στον ίδιο δρόμο μ' εσάς είμαι κι εγώ. Ίδιοι είμαστε.
Και σε λένε όντως Ιλάι;
Όχι.
Δεν θες να πεις πως σε λένε δηλαδή;
Δεν θέλω.
Γιατί;
Γιατί δεν σ' το εμπιστεύομαι τ' όνομά μου. Μπορεί μετά να το κάνεις ό,τι θες.
Cormac McCarthy, "Ο Δρόμος", Καστανιώτης 2007 (μετάφραση Αύγουστος Κορτώ)
Δεν νομίζω ότι θα το καταλάβαινες. Απλώς θα ήσουν.
Κανείς δεν θα το 'ξερε.
Δεν θα 'χε όμως και σημασία. Όταν πεθαίνεις το ίδιο σου κάνει άμα πεθαίνουν μαζί σου κι όλοι οι άλλοι.
Ο Θεός μπορεί να το 'ξερε. Αυτό εννοείς;
Δεν υπάρχει Θεός.
Δεν υπάρχει;
Δεν υπάρχει Θεός κι εμείς είμαστε οι προφήτες του.
Δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται κι είσαι ακόμα ζωντανός. Πως βρίσκεις να φας;
Δεν ξέρω.
Δεν ξέρεις;
Οι άνθρωποι όλο και κάτι σου δίνουν.
Οι άνθρωποι;
Ναι.
Φαΐ εννοείς;
Φαΐ, ναι.
Σιγά μη σου δίνουν.
Κι όμως, εσείς μου δώσατε.
Εγώ δεν σου 'δωσα τίποτα. Το αγόρι σου 'δωσε.
Είναι κι άλλοι άνθρωποι στο δρόμο. Δεν είστε οι μοναδικοί.
Ενώ εσύ είσαι ο μοναδικός;
Ο γέρος κοίταξε με κάποια επιφύλαξη. Τι θες να πεις; είπε.
Είναι κι άλλοι μαζί σου;
Τι άλλοι;
Άνθρωποι, γενικά.
Κανείς δεν είναι μαζί μου. Τι λες τώρα;
Για σένα λέω. Για το ποια μπορεί να είναι η ασχολία σου.
Ο γέρος δεν απάντησε.
Φαντάζομαι θα θες να 'ρθεις μαζί μας.
Να 'ρθω μαζί σας;
Ναι.
Δεν θα με πάρετε.
Δεν θες να 'ρθεις, στην ουσία.
Ούτε μέχρι εδώ θα 'ρχόμουν αν δεν πεινούσα.
Οι άνθρωποι που λες ότι σου δώσανε να φας. Τι ήταν;
Κανείς δεν μου 'δωσε τίποτα. Απ' το μυαλό μου το 'βγαλα.
Τι άλλο έβγαλες απ' το μυαλό σου;
Στον ίδιο δρόμο μ' εσάς είμαι κι εγώ. Ίδιοι είμαστε.
Και σε λένε όντως Ιλάι;
Όχι.
Δεν θες να πεις πως σε λένε δηλαδή;
Δεν θέλω.
Γιατί;
Γιατί δεν σ' το εμπιστεύομαι τ' όνομά μου. Μπορεί μετά να το κάνεις ό,τι θες.
Cormac McCarthy, "Ο Δρόμος", Καστανιώτης 2007 (μετάφραση Αύγουστος Κορτώ)
Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2011
η τρέλα μου έκλεψε τα μάτια
Από τις μέρες της πολιτικής μου στράτευσης είχα μάθει μια τακτική: ο καλύτερος τρόπος να καταπολεμήσεις το συναισθηματισμό και την απελπισία συνίσταται, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, στο να εστιάσεις την προσοχή σου στις τεχνικές πλευρές του προβλήματος. Έκανα τον ακόλουθο συλλογισμό: είσαι νεκρός. Βρίσκεσαι σε ένα κρύο και απομονωμένο νησάκι, σε αποστάσεις ασύλληπτες από οποιαδήποτε βοήθεια. Είσαι νεκρός, είσαι νεκρός, επανέλαβα φωναχτά ενώ έστριβα τσιγάρο. Αυτή είναι η παρούσα σου κατάσταση: είσαι νεκρός. Συνεπώς, αν δεν βγεις από αυτή, δεν θα έχεις χάσεις τίποτα. Αλλά αν κατορθώσεις να σωθείς, θα τα έχεις κερδίσει όλα: τη ζωή σου.
Δεν θα έπρεπε να περιφρονούμε τη δύναμη των μοναχικών στοχασμών. Το τσιγάρο που κάπνιζα μετατράπηκε, ως δια μαγείας, στον καλύτερο ταμπάκο του κόσμου. Και εκείνος ο καπνός που έβγαινε από τους πνεύμονές μου ήταν η υπογραφή του ανθρώπου που παίρνει την απόφαση να πολεμήσει σε κάποιες Θερμοπύλες. Ήμουν εξαντλημένος, ναι, αλλά η κούραση είχε εξαφανιστεί. Δεν με κατείχε, είχε κι αυτή εξαντληθεί μαζί μου. Δεν με ενδιέφεραν πια τα κίνητρα που με είχαν οδηγήσει ως εκείνη τη μακρινή γωνιά. Δεν είχα παρελθόν, δεν είχα μέλλον. Βρισκόμουν στο τέλος του κόσμου, βρισκόμουν στη μέση του πουθενά, βρισκόμουν μακριά από τα πάντα. Όταν αποκάπνισα εκείνο το τσιγάρο, βρισκόμουν απείρως μακριά από τον εαυτό μου τον ίδιο.
Albert Sánchez Piñol, «Ψυχρό Δέρμα», Bell 2005 (μετάφραση Στράτος Ιωαννίδης)
Δεν θα έπρεπε να περιφρονούμε τη δύναμη των μοναχικών στοχασμών. Το τσιγάρο που κάπνιζα μετατράπηκε, ως δια μαγείας, στον καλύτερο ταμπάκο του κόσμου. Και εκείνος ο καπνός που έβγαινε από τους πνεύμονές μου ήταν η υπογραφή του ανθρώπου που παίρνει την απόφαση να πολεμήσει σε κάποιες Θερμοπύλες. Ήμουν εξαντλημένος, ναι, αλλά η κούραση είχε εξαφανιστεί. Δεν με κατείχε, είχε κι αυτή εξαντληθεί μαζί μου. Δεν με ενδιέφεραν πια τα κίνητρα που με είχαν οδηγήσει ως εκείνη τη μακρινή γωνιά. Δεν είχα παρελθόν, δεν είχα μέλλον. Βρισκόμουν στο τέλος του κόσμου, βρισκόμουν στη μέση του πουθενά, βρισκόμουν μακριά από τα πάντα. Όταν αποκάπνισα εκείνο το τσιγάρο, βρισκόμουν απείρως μακριά από τον εαυτό μου τον ίδιο.
Albert Sánchez Piñol, «Ψυχρό Δέρμα», Bell 2005 (μετάφραση Στράτος Ιωαννίδης)
Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011
διπαλυχαιτοκορμοεκτομία
Τον καιρό που ο Δόκτορας σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Σικάγου, είχε κουραστεί από την πολλή μελέτη, εκτός που του έτυχε και μια ερωτική απογοήτευση. Για όλα τούτα σκέφτηκε πως θα τον ωφελούσε μια μακρινή οδοιπορία. Ξεκίνησε μ’ ένα σακίδιο στον ώμο, διέσχισε την Ιντιάνα, το Κεντάκι, τη Βόρεια Καρολίνα, τη Γεωργία, έφτασε ως τη Φλόριντα. Απ’ όπου πέρασε, όλοι όσους αντάμωνε – αγρότες, βουνήσιοι, άνθρωποι που ζούσαν στα λιβάδια, ψαράδες – όλοι τον ρωτούσαν για ποιο λόγο οδοιπορούσε.
Επειδή αγαπούσε να λέει την αλήθεια, προσπάθησε να τους εξηγήσει τι συμβαίνει. Τους είπε πως είχε πάθει νευρασθένεια κι ακόμη πως επιθυμούσε να επισκεφτεί τα μέρη εκείνα και να νοιώσει τη μυρωδιά της γης, να κοιτάξει το χορτάρι, τα πουλιά, τα δέντρα, να χαρεί τη φύση, και πως για όλα τούτα ο καλύτερος τρόπος ήταν να περιοδεύει πεζός. Μα δεν τους καλάρεσε που ακούσαν την αλήθεια. Σουφρώσανε τα φρύδια τους, κουνούσαν το κεφάλι τους με δυσπιστία κι άλλοι χαμογελάσανε ειρωνικά για να του δείξουν πως ξέρανε πως λέει ψέματα και πως τα ψέματά του τους διασκεδάζουν. Μερικοί πάλι φοβήθηκαν για τις θυγατέρες ή για τα γουρούνια τους και τον διατάξανε, αν θέλει το καλό του, να του δίνει από εκεί όσο μπορεί πιο γρήγορα.
Έτσι αποφάσισε να μην ξαναπεί την αλήθεια. Τους διηγήθηκε πως είχε βάλει στοίχημα και πως αν έφτανε στο τέρμα, θα κέρδιζε εκατό δολάρια. Τότε όλοι τον πιστέψανε και του φερθήκανε με συμπάθεια. Τον καλούσανε να φάει, να κοιμηθεί στο σπίτι τους, του ευχηθήκανε καλή επιτυχία και, γενικά, δείχνανε πως τον εκτιμούσαν. Ο Δόκτορας, ωστόσο, εξακολουθούσε ν’ αγαπάει την αλήθεια, μόλο που ήξερε πως δεν την αγαπά όλος ο κόσμος και πως είναι μια επικίνδυνη ερωμένη.
John Steinbeck, «Ο δρόμος με τις φάμπρικες», Ελευθεροτυπία 2006 (μετάφραση Κοσμάς Πολίτης)
Επειδή αγαπούσε να λέει την αλήθεια, προσπάθησε να τους εξηγήσει τι συμβαίνει. Τους είπε πως είχε πάθει νευρασθένεια κι ακόμη πως επιθυμούσε να επισκεφτεί τα μέρη εκείνα και να νοιώσει τη μυρωδιά της γης, να κοιτάξει το χορτάρι, τα πουλιά, τα δέντρα, να χαρεί τη φύση, και πως για όλα τούτα ο καλύτερος τρόπος ήταν να περιοδεύει πεζός. Μα δεν τους καλάρεσε που ακούσαν την αλήθεια. Σουφρώσανε τα φρύδια τους, κουνούσαν το κεφάλι τους με δυσπιστία κι άλλοι χαμογελάσανε ειρωνικά για να του δείξουν πως ξέρανε πως λέει ψέματα και πως τα ψέματά του τους διασκεδάζουν. Μερικοί πάλι φοβήθηκαν για τις θυγατέρες ή για τα γουρούνια τους και τον διατάξανε, αν θέλει το καλό του, να του δίνει από εκεί όσο μπορεί πιο γρήγορα.
Έτσι αποφάσισε να μην ξαναπεί την αλήθεια. Τους διηγήθηκε πως είχε βάλει στοίχημα και πως αν έφτανε στο τέρμα, θα κέρδιζε εκατό δολάρια. Τότε όλοι τον πιστέψανε και του φερθήκανε με συμπάθεια. Τον καλούσανε να φάει, να κοιμηθεί στο σπίτι τους, του ευχηθήκανε καλή επιτυχία και, γενικά, δείχνανε πως τον εκτιμούσαν. Ο Δόκτορας, ωστόσο, εξακολουθούσε ν’ αγαπάει την αλήθεια, μόλο που ήξερε πως δεν την αγαπά όλος ο κόσμος και πως είναι μια επικίνδυνη ερωμένη.
John Steinbeck, «Ο δρόμος με τις φάμπρικες», Ελευθεροτυπία 2006 (μετάφραση Κοσμάς Πολίτης)
Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)