Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

μοιάζει περισσότερο με συνωμοσία

Κάποιες φορές τα ανθρωποειδή είναι πολύ ήσυχα. Στο κυλικείο έχουν αρχίσει να κάθονται στα ίδια τραπέζια. Κάθονται στη σειρά και τρώνε το γεύμα τους. Λες και χωρίς να έχουν πει λέξη το ένα στο άλλο έχουν συμφωνήσει να σωπαίνουν. Μόνο οι βλάκες νομίζουν ότι όποιοι σωπαίνουν συμφωνούν. Στο σκάφος η σιωπή τους μοιάζει περισσότερο με συνωμοσία παρά με προθυμία να υπηρετήσουν. Ναι, δίκιο έχετε, ανησυχώ γι' αυτό.

Olga Ravn, "Οι Υπάλληλοι", Ίκαρος 2025 (μετάφραση Σωτήρης Σουλιώτης)

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

evillive

Τα δημιουργήματα της φαντασίας είναι ήδη απογοητευτικά, απογοητευτικά, Evillive, και η μοίρα τους επίσης, τόσο όμοια τα δικά σου με τα δικά μου, ούτε εμένα μου αρκούν, εγώ με τα δικά μου δεν κατάφερα να πετύχω ποτέ μια ικανοποίηση που να διαρκέσει, έβρισκα πάντα κάτι περισσότερο, έναν μεγαλύτερο εκφαυλισμό, ένα βαθύτερο βάθος, ένα σκοτεινότερο σκοτάδι, και βέβαια πολύ περισσότερο πυρετικές λεπτομέρειες, εκείνες που εσύ μου αρνήθηκες, και τώρα καταλαβαίνω το γιατί, εσύ εκείνη τη στιγμή έκανες ένα βήμα παραπέρα. τα δημιουργήματα της φαντασίας μού προσέφεραν όλα όσα ζητούσα, φυσικά γι' αυτό ήταν εκεί, νέες και άγνωστες καταστάσεις, βελτίωνα συνεχώς τους χαρακτήρες μου, κάθε τι νέο μού φαινόταν πως άγγιζε τον τέλειο τρόμο, το καλύτερο που είχε παραγάγει η κοντόφθαλμη και χυδαία φαντασία μου, δεν υπήρχε άλλη δυνατή τελειοποίηση. Μπορεί να φανταστεί κανείς χειρότερο κακό; Έτσι έλεγα. Ναι, μπορούσε, αλίμονο, όλο αυτό το παράπηγμα θεαμάτων, οι νέες αφίξεις και οι ασήμαντες λεπτομέρειες κρατούσαν μία μέρα, ενίοτε ακόμα λιγότερο, ξαφνικά όλα αυτά πατικώνονταν, έχαναν έδαφος, ζωτικότητα και βία, αυτό που έμενε ήταν μηδαμινότητα και μετριότητα, η δική μου μετριότητα, έπρεπε να ξαναρχίσω το ταξίδι για την απογοήτευση. Μάταιο, Evillive, απογοητευτικό, αλλά ενσωμάτωσα εκείνη τη σταθερά στην απογοήτευσή μου. Εκείνος ο δαίμονας της απογοήτευσης, εκείνα τα φτωχά κουρέλια της φαντασίας μου, ξηλωμένα και μπαλωμένα, σαν αρλεκίνος, ήταν για μένα η μοναδική πηγή ενέργειας, ακόμα και τώρα δεν έχω άλλη.

Daniele del Giudice, "Τα Διηγήματα", Κριτική 2026 (μετάφραση Αλέξανδρος Λαβράνος)

Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

κλοπιμαία κι αυτή

Πάρεξ σφάλμα και ύβρις αλλού ομολόγησα. Έχιδνα αλήθεια μέσα μου με ονομάζει κλέφτη. Τα φίδια λέω, που δυο φορές τα χώρισε η εσκεμμένη βία μου, άλλο δεν ήταν παρά ο φερτός σπορέας μου ο Κάδμος και θεόδοτη Αρμονία η γυναίκα του, που ενδύθηκαν μορφή ερπετού όταν έληξε η ανθρώπινη μοίρα τους και πλανήθηκαν έτη πολλά προτού στα Ηλύσια ακινητήσουν πεδία. Δυο φορές τον δεσμό τους κατέλυσα, δυο φορές την ιερή ηδονή τους υπέκλεψα, αυτοκέλευθος να δεσπόσω στον κλήρο μου, ν' αποσπάσω όσα δεν προορίζονταν να εντείνουν τη γεύση μου. Κι η φωνή των πουλιών, κλοπιμαία κι αυτή, μουσική που τον κόσμο ερύθμιζε σε δρόμο άλλο από κείνον που οι φύτορες θέσπιζαν ερήμην του γένους μου. Αηδόνα αλήθεια μέσα μου με ονομάζει κλέφτη.

Παντελής Μπουκάλας, "Ο Μάντης", Άγρα 2025

Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

τσόφλι

Όμως τη στιγμή που 'παιρνε την απόφαση, ήδη κάτι μέσα σκιζόταν, κομματιαζόταν. Δίβουλος, μάζευε όλο το κουράγιο που χρειάζεται κανείς για να δειλιάσει, κι οι δυο βαλίτσες έμειναν άδειες μες στην ντουλάπα στην παιδική του κάμαρα, όπου κοιμόταν ξανά. Στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι ήταν ένα τασάκι. Τη νύχτα κάπνιζε μερικές φορές ξαπλωμένος. Έξω από το παράθυρό του, αντίκρυ, υπήρχε ένα χάλασμα. Στην καμινάδα του φώλιαζε το καλοκαίρι ένας γκιόνης. Παραπίσω, η Μπολιάντσα, η Ρονίτσα. Νεκροσκούτια σιωπής έντυναν το χειμερινό χωριό, που τα 'σκιζε αραιά και πού το αλύχτημα κάποιου σκύλου. Ένιωθε άυλος τότε, κείνες τις νύχτες που κάπνιζε μες στη σιωπή. Ένιωθε ότι δεν ήταν ένα με το κορμί του, ότι μπορούσε να τ' αφήσει εκεί, να καπνίζει ξαπλωμένο κι άψυχο, τσόφλι, κι αυτός να πλανηθεί. Σαν καπνός, σαν σύννεφο. Να μπει, από χαραμάδες και κλειδωνιές, σε κάμαρες όπου γέροι κοιμούνταν, αντρόγυνα αγαπιούνταν, παιδιά ονειρεύονταν. Τα παιδιά του. Να φτάσει, σύννεφο, ως την Αγγελική και τη Μαρία. Να δώσει μια σε τούτο το θραψερό τσόφλι που κάπνιζε μες στο βουβό σκοτάδι, για να λευτερωθεί για πάντα η ψυχή.

Μιχάλης Μακρόπουλος, "Το Δέντρο του Ιούδα", Κίχλη 2014