Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

μπερδεύτηκαν οι οχιές

Πίσω απ' τις ξερολιθιές, το κλαρίνο μέλωσε τον άνεμο. Ο βοσκός δεν ήταν βεζίρης, μπερδεύτηκαν οι οχιές και βγήκαν απ' τις πέτρες.

Γ. Φ. Καλόγερος, "Φαρμακείο",  Δώμα 2025

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025

κάποιες ασυγχρόνιστες σκιές

Το φτηνά ξενοδοχεία έχουν μια απόκοσμη ομορφιά. Μια ησυχία πολύ ύπουλη. Δεν κυκλοφορεί ουδείς σε κανένα όροφο. Τα δωμάτια είναι σκοτεινά. Δεν έχουν λαγνεία. Είναι σαν σφαγεία του έρωτα. Ίσως έχω λάθος αντίληψη των πραγμάτων. Φταίει η αίσθηση του ρομαντισμού, που με διακατέχει από μικρή για κακή μου τύχη.
ξύλινα κρεβάτια με μια ψεύτικη αίσθηση πολυτέλειας. τα σεντόνια γλιστερά σατέν, πετσέτες με κορδέλες στα φινιρίσματα, γλυκερά αρωματικά χώρου. Εμετικό.
Για κάδρα στον υπόλευκους τοίχους, γυναίκες γυμνές της δεκαετίας του ογδόντα. Οι κρυφοί φθορίζοντες φωτισμοί θυμίζουν λούνα παρκ επαρχίας.
Ωχ, Λίνα. Δεν αισθανόσουν ασφαλής ούτε καθήμενη στη γωνιά του κρεβατιού σαν θεατής. Το μπάνιο γδαρμένο από τις χλωρίνες με τα ασθενικά φώτα του, αποκαρδιωτικό.
Με τον Ωμέγα συναντιόμασταν σε ένα τετραώροφο ξενοδοχείο στην καρδιά της πόλης, απέναντι από μια καντίνα.
Όλοι οι δρόμοι ήταν γύρω σκοτεινοί. Σαν να μην έφτανε ποτέ το φως του ήλιου εκεί. Κάτι ξερακιανές νεραντζιές στα παρτέρια του δρόμου κόντευαν να λιποθυμήσουν. Οι μάλλινες κουρτίνες που τσιμπούσαν ήταν παντού τραβηγμένες, θωρακίζοντας το σκοτάδι στο δωμάτιο. Δεν άφηναν παρά κάποιες ασυγχρόνιστες σκιές να φανούν από έξω προς τα μέσα από τα φώτα των αυτοκινήτων.
Ήταν μια διαστροφή του Ωμέγα. Δεν την απολάμβανα. Εκείνος φαινόταν συνηθισμένος στα μέρη.
Μια μέρα μου είπε: "Τι μουσική θες να βάλω;"
"Σοπέν, τα Νυχτερινά".
Αποκοιμήθηκα για δυο ώρες σε έναν βαθύ και ιδρωμένο ύπνο. Όταν ξύπνησα, τον αποχαιρέτησα και εκείνος κατάλαβε.
Η μουσική είχε φυσικά σταματήσει.

Βέρα Φραντζή, "Η Πωλήτρια", Ψυχογιός 2025

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2025

χωρικοί ή ναυτικοί

Κοιταχτήκαμε χωρίς να μιλάμε. Άρχισε τότε μια μικρή διαφωνία μεταξύ των νησιωτών για το αν ήταν καλύτερο να ακούσουν τις ίδιες ιστορίες ή κάτι καινούριο, κάτι για άλλους κόσμους. Έμοιαζαν να είχαν λησμονήσει απολύτως την παρουσία μας εκεί. Καθώς τους άκουγα να επιχειρηματολογούν για τη μια και την άλλη εκδοχή, σκέφτηκα πως σ' αυτή τη διαφωνία, που λάμβανε χώρα σε μια μικρή ταβέρνα ενός νησιού χαμένου στην άκρη του κόσμου, συνοψιζόταν όλη η ιστορία της λογοτεχνίας.
Η ιδέα, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι δική μου αλλά του Βάλτερ Μπένγιαμιν. Έλεγε πως όσοι αφηγούνται ιστορίες υπήρξαν πάντα χωρικοί ή ναυτικοί. Ο χωρικός είναι εκείνος που αποθησαυρίζει την τοπική συλλογική μνήμη, τη φροντίζει, την κληροδοτεί στις επόμενες γενιές. Ο ναυτικός είναι εκείνος που ταξιδεύει στα νερά και επιστρέφει με ιστορίες από άλλους τόπους. Ασφαλώς, ο Μπένγιαμιν φτάνει στο συμπέρασμα πως ένας καλός αφηγητής πρέπει να είναι λίγο χωρικός και λίγο ναυτικός, πώς αλλιώς;

Andrés Montero, "Η Χρονιά που Μιλήσαμε με τη Θάλασσα", Διόπτρα 2025 (μετάφραση Μαρία Παλαιολόγου)