Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

evillive

Τα δημιουργήματα της φαντασίας είναι ήδη απογοητευτικά, απογοητευτικά, Evillive, και η μοίρα τους επίσης, τόσο όμοια τα δικά σου με τα δικά μου, ούτε εμένα μου αρκούν, εγώ με τα δικά μου δεν κατάφερα να πετύχω ποτέ μια ικανοποίηση που να διαρκέσει, έβρισκα πάντα κάτι περισσότερο, έναν μεγαλύτερο εκφαυλισμό, ένα βαθύτερο βάθος, ένα σκοτεινότερο σκοτάδι, και βέβαια πολύ περισσότερο πυρετικές λεπτομέρειες, εκείνες που εσύ μου αρνήθηκες, και τώρα καταλαβαίνω το γιατί, εσύ εκείνη τη στιγμή έκανες ένα βήμα παραπέρα. τα δημιουργήματα της φαντασίας μού προσέφεραν όλα όσα ζητούσα, φυσικά γι' αυτό ήταν εκεί, νέες και άγνωστες καταστάσεις, βελτίωνα συνεχώς τους χαρακτήρες μου, κάθε τι νέο μού φαινόταν πως άγγιζε τον τέλειο τρόμο, το καλύτερο που είχε παραγάγει η κοντόφθαλμη και χυδαία φαντασία μου, δεν υπήρχε άλλη δυνατή τελειοποίηση. Μπορεί να φανταστεί κανείς χειρότερο κακό; Έτσι έλεγα. Ναι, μπορούσε, αλίμονο, όλο αυτό το παράπηγμα θεαμάτων, οι νέες αφίξεις και οι ασήμαντες λεπτομέρειες κρατούσαν μία μέρα, ενίοτε ακόμα λιγότερο, ξαφνικά όλα αυτά πατικώνονταν, έχαναν έδαφος, ζωτικότητα και βία, αυτό που έμενε ήταν μηδαμινότητα και μετριότητα, η δική μου μετριότητα, έπρεπε να ξαναρχίσω το ταξίδι για την απογοήτευση. Μάταιο, Evillive, απογοητευτικό, αλλά ενσωμάτωσα εκείνη τη σταθερά στην απογοήτευσή μου. Εκείνος ο δαίμονας της απογοήτευσης, εκείνα τα φτωχά κουρέλια της φαντασίας μου, ξηλωμένα και μπαλωμένα, σαν αρλεκίνος, ήταν για μένα η μοναδική πηγή ενέργειας, ακόμα και τώρα δεν έχω άλλη.

Daniele del Giudice, "Τα Διηγήματα", Κριτική 2026 (μετάφραση Αλέξανδρος Λαβράνος)

Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

τσόφλι

Όμως τη στιγμή που 'παιρνε την απόφαση, ήδη κάτι μέσα σκιζόταν, κομματιαζόταν. Δίβουλος, μάζευε όλο το κουράγιο που χρειάζεται κανείς για να δειλιάσει, κι οι δυο βαλίτσες έμειναν άδειες μες στην ντουλάπα στην παιδική του κάμαρα, όπου κοιμόταν ξανά. Στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι ήταν ένα τασάκι. Τη νύχτα κάπνιζε μερικές φορές ξαπλωμένος. Έξω από το παράθυρό του, αντίκρυ, υπήρχε ένα χάλασμα. Στην καμινάδα του φώλιαζε το καλοκαίρι ένας γκιόνης. Παραπίσω, η Μπολιάντσα, η Ρονίτσα. Νεκροσκούτια σιωπής έντυναν το χειμερινό χωριό, που τα 'σκιζε αραιά και πού το αλύχτημα κάποιου σκύλου. Ένιωθε άυλος τότε, κείνες τις νύχτες που κάπνιζε μες στη σιωπή. Ένιωθε ότι δεν ήταν ένα με το κορμί του, ότι μπορούσε να τ' αφήσει εκεί, να καπνίζει ξαπλωμένο κι άψυχο, τσόφλι, κι αυτός να πλανηθεί. Σαν καπνός, σαν σύννεφο. Να μπει, από χαραμάδες και κλειδωνιές, σε κάμαρες όπου γέροι κοιμούνταν, αντρόγυνα αγαπιούνταν, παιδιά ονειρεύονταν. Τα παιδιά του. Να φτάσει, σύννεφο, ως την Αγγελική και τη Μαρία. Να δώσει μια σε τούτο το θραψερό τσόφλι που κάπνιζε μες στο βουβό σκοτάδι, για να λευτερωθεί για πάντα η ψυχή.

Μιχάλης Μακρόπουλος, "Το Δέντρο του Ιούδα", Κίχλη 2014 

Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

μικρός και εύθραυστος

Από όλους τους ξένους που συνάντησε στο ξενοδοχείο θα τον θυμάται για πάντα τον Γιούρι, το χλωμό του πρόσωπο, τα μικρά του χέρια, τα λεπτά του δάχτυλα, το πόσο μικρός και εύθραυστος έμοιαζε και το πόσο του άρεσε τη νύχτα να κάθεται μόνος σε μια γωνιά και να πίνει το αρχαίο κρασί. Κουμανταρία. Ο Γκαγκάριν δεν πίνει κοκτέιλ. Ζητά με επιμονή τη γλυκιά κουμανταρία. Σε ψηλό ποτήρι με πολλά παγάκια, τόσα ώστε σχεδόν να νερώνει, η κουμανταρία του Γκαγκάριν δεν θυμίζει σε τίποτα τη Θεία Κοινωνία του παπά στο χωριό της, το θείο κρασί με το κουταλάκι, το λάβετε και φάγετε, το πιείτε εξ αυτού πάντες, το τούτο εστί το αίμα μου, σε τίποτα δεν θυμίζει η κουμανταρία του Γκαγκάριν τον Θεό, κι αυτή το μόνο που μετανιώνει είναι που δεν πρόλαβε και δεν τον ρώτησε, δεν βρήκε τρόπο να τον ρωτήσει αν, όταν ταξίδεψε εκεί ψηλά στα αστέρια και είδε το φεγγάρι, τα κατάφερε να δει και τον Θεό.

Κωνσταντία Σωτηρίου, "Brandy Sour", Πατάκης 2022