Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2012

στιγμές που χαλάρωνα

Ήταν όμως και στιγμές που χαλάρωνα. Αν δεν χαμηλώσω το κεφάλι, έλεγα, αν δεν σκύψω ταπεινά στην πηγή, όλα χαμένα. Έτσι ζει ο άνθρωπος, αγάπησέ τον, κι αν θες να του διδάξεις τις αλήθειες σου, πλησίασέ τον. Πρόσωπα αδρά, μάρμαρο της Ελευσίνας, χέρια άδεια, μάτια καστανά, χνότα τουριστικά: ούζο, σκόρδα και καλαμαράκια. Διαμαρτύρονται για τα τείχη που γκρεμίστηκαν, εγώ όμως πλακώνομαι από τις πέτρες που στήθηκαν με των πληβείων τον ιδρώτα και το αίμα. Και τα άλλα Τείχη, του Καβάφη; Πρόοδοι της λογικής: δίχως γάλα αφρόγαλα δε γίνεται, ούτε δίχως αυγά ομελέτα, τα δέντρα του δάσους δεν είναι όλα ίδια, τα δάχτυλα του χεριού δεν είναι όλα ίσα, ό,τι μας έδωσε ο Θεός δεν πρέπει να το κόβουμε, τα μαλλιά όμως και τα νύχια πρέπει να τα κόβουμε. Δεν ξέρω εσύ, εγώ πάντως με παρόμοιες αλήθειες μεγάλωνα. Να 'μουν μύγα, κουνούπι, μονολογούσα, και να παραφύλαγα στις ώρες των εγκλημάτων. Να 'μπαινα σε ανάκτορα και σε βουλές και να τους τσιμπούσα θανατηφόρα.

Μάρω Δούκα, "Η Πηγάδα", Κέδρος 1974

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2012

τα ενυδρεία

Όχι, σοβαρά τώρα, η ευτυχία, αυτή η συγκεχυμένη κατάσταση, αυτή η ανέφικτη σύγκλιση των παραλλήλων της πέψης χωρίς καούρα και του ικανοποιημένου εγωισμού χωρίς τύψεις, εξακολουθεί να μοιάζει, για μένα που ανήκω στην οδυνηρή τάξη των θλιμμένων ανήσυχων που αναμένουν αιωνίως μια έκρηξη ή ένα θαύμα, ένα πράγμα τόσο αφηρημένο και περίεργο όσο η αθωότητα, η δικαιοσύνη, η τιμή, έννοιες μεγαλόσχημες, βαθιές και εντέλει κενές, που η οικογένεια, το σχολείο, η κατήχηση και το κράτος μου είχαν επιβάλει με επισημότητα για να με δαμάσουν καλύτερα, για να καταπνίξουν, αν μπορώ να το πω έτσι, ήδη απ' το αυγό κάθε επιθυμία για διαμαρτυρία και εξέγερση. Αυτό που απαιτούν οι άλλοι από εμάς, ξέρετε, είναι να μην τους αμφισβητούμε, να μην ταράζουμε τις μικροσκοπικές ζωούλες τους, καλαφατισμένες ενάντια στην απελπισία και την ελπίδα, να μη σπάσουμε τα ενυδρεία με τα βουβά τους ψάρια που πλέουν στο λιμνασμένο νερό της καθημερινότητας, φωτισμένης ξάφνου από την υπνοβατική λάμπα που ονομάζουμε αρετή και που αποτελείται απλώς, όταν την παρατηρήσουμε από κοντά, από τη χλιαρή απουσία φιλοδοξίας.

António Lobo Antunes, "Στου Διαόλου τη Μάνα", Πάπυρος 2008 (μετάφραση Αθηνά Ψυλλιά)

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012

αμφίβολο

Μύγες βοΐζουνε χαρούμενα στο γαλάζιο αέρα. Η εξοχή μυρίζει όμορφα. Χώμα υγρό, μισοζεσταμένο, και χορτάρι φρέσκο. Κάπου, πίσω απ’ τα δέντρα, μια αγελάδα μουκανίζει μονότονα. Στρατιώτες γελούνε. Φυσικά, όλο το ζήτημα στηρίζεται σε μια διαίσθηση. Του ήρθε προχτές του Κυριάκου Κωστακαρέα, στην πλατεία Συντάγματος. Του ξαναήρθε σήμερα, στη φανταστική μάχη με τους αλεξιπτωτιστές. Του ξεσκέπασε ανεπάντεχα τούτη την απλή κι ευκολονόητη αλήθεια, πως η ανθρωπότητα είναι τρελλή. Έτσι, αποκαλυπτικά, δεν γεννήθηκαν τάχα όλες οι μεγάλες ιδέες;
Δίπλα του, ο Ντουντούμης γυαλίζει μ’ επιμέλεια και στοργή ένα σκερπανάκι. Θα το πάρει, λέει, μαζί του στον πόλεμο. Σαν τελειώνει η μάχη, θα βγαίνει περίπατο και θα επιθεωρεί τους σκοτωμένους. Θα τους ψάχνει το στόμα και θα χτυπά, με το σκερπανάκι του, τα χρυσά δόντια. Έχει κάμει τους υπολογισμούς του. Αν δουλέψει με σύστημα, λογαριάζοντας βέβαια και τις βέρες των παντρεμένων, μπορεί να φέρει πίσω ένα δισάκκι γεμάτο χρυσάφι, περιουσία μεγάλη. Θ’ ανοίξει πορνείο που δεν το ξανάδε η Αθήνα. Θα φέρει γυναίκες από την Ανατολή.
Ένα τραγούδι κοριτσίστικο σηκώνεται μέσα από τα χωράφια, ανάκατα με το μουκάνισμα της αγελάδας, με τα γέλοια των φαντάρων: «Όλο μου λες πως πια δεν μ’ αγαπάς. Γιατί; Γιατί; Γιατί;» Ο Κυριάκος Κωστακαρέας προσπαθεί να συγκεντρωθεί. Η ανθρωπότητα λοιπόν είναι τρελλή. Η φυσική της κατάσταση είναι μια τρέλλα ήρεμη και κρυμμένη, σαν σιγανή φωτιά, που έχει την εξωτερική όψη της φρονιμάδας, μα που εύκολα, μόλις βοηθήσουν κατάλληλες περιστάσεις, φουντώνει και γίνεται τέλεια λωλαμάρα. Εξάλλου, ανάμεσα σε τούτην τη σιγανή τρέλλα, που είναι ο γενικός κανόνας, και στη φανερή τρέλλα των ανθρώπων που τους κλείνουν στα φρενοκομεία, μπορεί κανείς να χαράξει όρια καθαρά και σίγουρα; «Αμφίβολο», συλλογίζεται ο Κυριάκος Κωστακαρέας. Το κορίτσι ξελαρυγγίζεται: «Με φοβερίζεις πως αλλού θα πας. Γιατί; Γιατί; Γιατί;»

Γιώργος Θεοτοκάς, «Ασθενείς και Οδοιπόροι», Εστία 1964

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

δεν είχαμε προκαθορισμένο δρομολόγιο

Τελείωσα τις απολυτήριες εξετάσεις μου στα τέλη του Ιουνίου του 1989 και, λίγο μετά, ξεκίνησα με δυο φίλους από το πανεπιστήμιο με το τρένο InterRail για το γύρο της Ευρώπης. Δεν είχαμε προκαθορισμένο δρομολόγιο ή την παραμικρή ιδέα για τις χώρες που θέλαμε να επισκεφτούμε. Συχνά καταλήγαμε να κοιμόμαστε σε τρένα που έκαναν νυχτερινά δρομολόγια, καθώς κινούμασταν διαμέσου διαφορετικών χωρών, σε διαφορετικές χρονικές ζώνες, χωρίς να σκεφτόμαστε τίποτε περισσότερο, παρά να ταξιδέψουμε βράδυ από το Λονδίνο στο Μόναχο και μετά από λίγες μέρες να συνεχίσουμε στο Σάλτσμπουργκ και μετά στη Βιέννη, και ύστερα να προσπαθήσουμε να βρούμε ένα τρένο για την Πράγα. Μας σταμάτησαν στα σύνορα της Τσεχοσλοβακίας επειδή δεν είχαμε βίζα, οπότε τα παρατήσαμε και επιστρέψαμε στη Νίκαια. Εκεί δεν κάναμε τίποτα περισσότερο από το να ξαπλώνουμε στην παραλία με τα βότσαλα για λίγες μέρες, ενώ μέναμε σε ένα φτηνό ξενοδοχείο κοντά στην προκυμαία. Σε όλη τη διάρκεια αυτών των μακρινών ταξιδιών με το τρένο, δεν είχα την παραμικρή ιδέα για το τι θα έκανα στη συνέχεια της ζωής μου. Δεν είχα καμιά δουλειά στην οποία μπορούσα να επιστρέψω, τίποτα σταθερό, έτοιμο ή σχεδιασμένο. Όλα έμοιαζαν απεριόριστα ανοιχτά. Μπορούσε να συμβεί το οτιδήποτε. Ήταν πολύ καλύτερο να ζω με την πρόκληση του απρόσμενου σε αυτό που θα έκανα, σε αυτό που θα πήγαινα ή σε αυτό που θα μου συνέβαινε. Και δεν ήθελα την ευθύνη της ενήλικης ζωής. Ήθελα να καθυστερήσω το μέλλον, να το αφήσω να με περιμένει. Στην πραγματικότητα, ήθελα να συνεχίσω να ζω στο σπίτι, ως έφηβος, χωρίς ευθύνες, προφυλαγμένος από την ασπίδα των γονιών μου. Θα μπορούσα να είχα παραμείνει σε εκείνα τα τρένα για πολλούς ακόμα μήνες, να μείνω μέσα σε αυτά και απλά να εξακολουθώ να κινούμαι, στην επόμενη πόλη, σε μια καινούρια χώρα, μέσα σε μια νέα Ευρώπη, σε έναν κόσμο που άλλαζε, μέχρι να μου τελειώσουν τα χρήματα.

Jason Cowley, «Το Τελευταίο Παιχνίδι», Τόπος 2010 (μετάφραση Χρίστος Χαραλαμπόπουλος)