Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012

αυτός και η νεφελώδης έμμονη ιδέα του

Το ότι, εντέλει, δεν διέθετε τον απαιτούμενο χρόνο, ή ότι αυτός ο χρόνος ήταν εξαιρετικά ανεπαρκής – πολύ σύντομα, έτσι όπως εξελίσσονταν τα πράγματα, αποτέλεσε την πραγματικότητα με την οποία όφειλε να συμβιβαστεί η παλιά έμμονη ιδέα του: κι αυτό ήταν δύσκολο, καθώς επιβεβαιωνόταν όλο και περισσότερο η υποψία πως η αόριστη υπόσχεση, υπό τον ίσκιο την οποίας έζησε μέχρι τότε, είχε πλέον ελάχιστα περιθώρια να πραγματοποιηθεί. Εφόσον θα συναντούσε το πεπρωμένο του μέσα στον Χρόνο, μέσα στον χρόνο το πεπρωμένο του θα αποκτούσε σάρκα και οστά. Και μαζί με την επίγνωση πως δεν ήταν πια νέος, πως ένιωθε παρωχημένος και, κατ’ επέκτασιν, ανήμπορος, απέκτησε επίγνωση ενός επιπρόσθετου πράγματος. Το ένα ήταν συνάρτηση του άλλου. Αυτός και η νεφελώδης έμμονη ιδέα του ρυθμίζονταν από τον ίδιο αδιαίρετο νόμο. Όταν αυτές καθαυτές οι πιθανότητες θα πάλιωναν ομοίως, όταν το θεϊκό μυστικό θα ξεθώριαζε κι ίσως εξαϋλωνόταν, τότε και μόνο τότε ο Μάρτσερ θα μιλούσε για αποτυχία. Δεν θεωρούσε αποτυχία την οικονομική καταστροφή, τον εξευτελισμό, τη διαπόμπευση, ούτε την αγχόνη. Αποτυχία ήταν το να μην είναι τίποτα. Προχωρούσε, λοιπόν, ψηλαφιστά στη σκοτεινή κοιλάδα όπου τον είχε οδηγήσει ο δρόμος του, βασανισμένος από μύριους στοχασμούς, όταν άλλαξε αναπάντεχα πορεία. Δεν τον ένοιαζε αν τσακιζόταν με τρόπο φριχτό, αν ντροπιαζόταν, αν τον κατηγορούσαν για τερατώδη συμπεριφορά –άλλωστε δεν ήταν τόσο ηλικιωμένος ώστε να μην αντέχει-, αρκεί ό,τι του συνέβαινε να εναρμονιζόταν με τη στάση που τήρησε σε όλη του τη ζωή, εν αναμονή της επαπειλούμενης εμφάνισής του. Δεν του έμενε παρά μια επιθυμία – να μη νιώσει «εξαπατημένος».

Henry James, «Το Θηρίο στη Ζούγκλα», Άγρα 2004 (μετάφραση Παλμύρα Ισμυρίδου)

Τετάρτη 6 Ιουνίου 2012

μόνο τα χέρια σου

Θα μπορούσες να χαθείς διαμιάς μέσα στην ανυπαρξία όπου πηγαίνουν οι νεκροί: θα παρηγοριόμουνα αν μου κληροδοτούσες τα χέρια σου. Μόνο τα χέρια σου θα ζούσανε από σένα, αποσπασμένα ανεξήγητα σαν τα χέρια των μαρμαρένιων θεών που έγιναν η σκόνη και ο ασβέστης του ίδιου του τάφου τους. Θα ζούσαν, και μετά από’ τις πράξεις σου, πάνω στα δύστυχα κορμιά που εχάιδεψαν. Δεν θα χρησίμευαν πια σα διάμεσα ανάμεσα σε σένα και στα πράγματα: θα είχαν αλλάξει τα ίδια σε πράγματα. Ξανά αθώα αφού δεν θα ‘σουν εδώ για να τα κάνεις συνένοχούς σου, λυπημένα σαν τα λαγωνικά που δεν έχουνε πια αφέντη, απορημένα σαν αρχάγγελοι στους οποίους κανένας θεός δε δίνει πια εντολές, τα άχρηστα χέρια σου θ’ αναπαύονταν πάνω στα γόνατα των σκοταδιών. Τα ορθάνοιχτα χέρια σου, τα ανίκανα να δώσουν ή να πάρουν την όποια χαρά, θα μ’ άφηναν να τσακιστώ σαν ραγισμένη κούκλα. Φιλώ, ψηλά στον καρπό, αυτά τα αδιάφορα χέρια που δεν απομακρύνει πια η θέλησή σου απ’ τα δικά μου. Χαϊδεύω τη γαλανή αρτηρία, την κολώνα του αίματος που κάποτε ανεξάντλητο σαν τον πίδακα μιας πηγής αναπηδούσε από τη γη της καρδιάς σου. Με μικρούς, ικανοποιημένους, λυγμούς, ξεκουράζω το κεφάλι μου σαν ένα παιδί, ανάμεσα σ’ αυτές τις παλάμες τις γεμάτες από τα αστέρια, από τους σταυρούς, από τα βάραθρα αυτού που υπήρξε η μοίρα μου.

Marguerite Yourcenar, «Φωτιές», Χατζηνικολή (μετάφραση Ιωάννα Δ. Χατζηνικολή)

Δευτέρα 4 Ιουνίου 2012

μια χλιαρή διαμαρτυρία

Η ανομοιότητα των κινήτρων του καθιστούσε επισφαλή τον προσδιορισμό τους, δυσχέραινε την κατανόησή τους. Ο τρόπος με τον οποίον λέει κανείς κάτι σημαίνει περισσότερα απ’ αυτό που λέγεται. Εκείνος της το έμαθε –ήδη από τις αρχές της γνωριμίας τους- και η ίδια φρόντισε να μην το ξεχάσει ποτέ. Έως και σήμερα. Ακόμη και σήμερα η πίστη της στο αξίωμά του παραμένει ακλόνητη. Δεν αμφιβάλλει: Η μορφή υπερισχύει του περιεχομένου, είναι ανώτερή του. Έστω και αν γνωρίζει πια το νόημα της φράσης του την ημέρα που πληροφορήθηκε το θάνατο της μητέρας της. Ο σύζυγός της είχε προσπαθήσει να την προειδοποιήσει για ό,τι επρόκειτο να ακολουθήσει. Με τον δικό του τρόπο θέλησε να της υπενθυμίσει την ματαιότητα του θρήνου της. Όπου υπάρχει ζωή, αργά ή γρήγορα θα εμφανιστεί ο θάνατος. Είναι αναπόφευκτο –είχε τονίσει- αυτός είναι ο κανόνας, αυτό ορίζει ο νόμος. Κανείς δεν διαφεύγει, κανείς, τίποτα δεν διαφεύγει. Η ζωή! Η ζωή είναι μια χλιαρή διαμαρτυρία για την έλλειψη νοήματος στην ανυπαρξία που την περιβάλλει. Μια απονενοημένη εκδήλωση δυσαρέσκειας, προορισμένη να ποντιστεί στον ωκεανό του χάους απ’ τον οποίο προήλθε – αυτά ακριβώς ήταν τα λόγια του λίγο πριν χαθεί και ο ίδιος.

Κωνσταντίνος Δ. Τζαμιώτης, «Παραβολή», Καστανιώτης 2006

Κυριακή 3 Ιουνίου 2012

τη γεμίζουν όμορφα

Παράγραφοι με μία πρόταση μόνο.
Παράγραφοι με μία φράση μόνο.
Γεμίζουν τη σελίδα.
Τη γεμίζουν όμορφα.
Γνωρίζω κάποιον.
Κάποιον που γράφει βιβλία πορνό.
Κάθε πορνό που γράφει είναι γεμάτο σεξουαλικές σκηνές όπως η παρακάτω.
«Πιο βαθιά!» φώναξε.
«Πιο βαθιά!»
«Πιο βαθιά!»
Εκείνος χώθηκε βίαια μέσα της.
Και πάλι.
Και πάλι.
Με κάτι τέτοια φτάνεις στο τέλος της σελίδας σε χρόνο μηδέν.
Γεμίζεις τη σελίδα χωρίς να ζορίζεσαι.
Επίσης, αν, γράφοντας μία παράγραφο, δείτε ότι αυτή η παράγραφος πρόκειται να σταματήσει κάπου κοντά στο δεξί άκρο της αράδας, προσθέτετε μερικές λέξεις, δεν έχει σημασία τι είδους λέξεις, ίσα ίσα για να τελειώσει η παράγραφος από κάτω, λίγο μετά το αριστερό περιθώριο. Έτσι γλιτώνετε μια αράδα.

Donald Westlake, «Αντίος, Σεχραζάντ», Άγρα 2009 (μετάφραση Σπύρος Παπασταύρου)

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2012

αλλά πάλι, να απαρνηθείς τη λογοτεχνία;

«Ένα πουλάκι έπεσε θύμα ενός τσιχλογερακιού. Προτού χαθεί για πάντα πρόφτασε να διαμαρτυρηθεί βγάζοντας μια δυνατή κραυγή αγανάκτησης. Έτσι, το πουλάκι αισθάνθηκε πως έκανε το καθήκον του, και η μικροσκοπική ψυχούλα του, περήφανη για την πράξη αυτή, πέταξε μες στη λαμπρότητά της προς τον ήλιο και χάθηκε στον γαλανό ουρανό.»
Αχ, τι γλυκιά παρηγοριά! Ο Μάριο έκανε μια παύση για να θαυμάσει τον γαλανό ουρανό, τον παράδεισο των φτερωτών ψυχών.
Ο δεύτερος παρηγορητής διόρθωσε μ’ ένα χαμόγελο τη βροντερή του ανακοίνωση πως δεν έχει πια καμία πρόθεση να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία. Αυτή η σκέψη του ήρθε βέβαια πολύ αργά. Ο Μάριο γέλασε και σκέφτηκε πως κάποια αθώα πλάσματα που ήταν κοντά του έκαναν το ίδιο λάθος:
«Ένα πουλάκι πληγώθηκε από μια σφαίρα. Αφιέρωσε τα τελευταία λεπτά της ζωής του προσπαθώντας να πετάξει μακριά από το θορυβώδες μέρος όπου χτυπήθηκε. Κατάφερε να χωθεί στην ησυχία του δάσους και ξεψυχώντας ψιθύρισε: “Σώθηκα”.»
Ο τρίτος παρηγορητής διευκρίνισε αυτό που είπε ο δεύτερος. Το να κρύψεις την αγάπη σου για τη λογοτεχνία είναι εύκολο. Είναι, όμως, απαραίτητο να έχεις το νου σου στους κόλακες και στους εκδότες. Αλλά πάλι, να απαρνηθείς τη λογοτεχνία; Και πως θα ζήσεις μετά; Η τραγωδία που ακολουθεί τον ενθαρρύνει να μην κάνει αυτό που θα ήθελε ο Τζάια:
«Ένα πουλάκι, ζαλισμένο από την όρεξη για φαγητό, πιάστηκε σε μια ξόβεργα. Το βάλανε σε ένα φρικτό κλουβί όπου δεν μπορούσε ούτε τα φτερά του να ανοίξει. Υπέφερε τρομερά, ώσπου μια μέρα το πορτάκι έμεινε ανοιχτό και το φυλακισμένο πουλάκι πέταξε και πάλι ελεύθερο. Αλλά δεν το χάρηκε για πολύ. Η εμπειρία του το είχε κάνει πολύ καχύποπτο και όπου έβλεπε φαγητό φοβόταν πως επρόκειτο για παγίδα και πετούσε μακριά. Έπειτα από λίγο καιρό ψόφησε από την παίνα.»

Italo Svevo, «Τέλεια Φάρσα», Ποντίκι 2007 (μετάφραση Ασημίνα Μητσιμπόνου)