Παρασκευή 13 Ιουλίου 2012

το εθνικό μας ψεύδος

Η ιστορία του γλωσσικού ζητήματος και η πρόσφατη και απρόσμενη αναβίωσή του αναδεικνύουν ότι είναι στην ελληνική κοινωνία μεγάλη η ανάγκη κριτικής αποστασιοποίησης από τον εθνικισμό του 19ου αιώνα που αναπαράγει ο εκπαιδευτικός θεσμός αλλά και μέρος της ακαδημαϊκής επιστήμης. Η ευρωπαϊκή εποχή μας, δηλαδή οι δυνατότητες συμμετοχής των μελών της ελληνικής κοινωνίας στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής πολιτικής απαιτεί την καλλιέργεια από διάφορους θεσμούς και ιδίως τον εκπαιδευτικό της κατανόησης του έθνους ως ιστορικής πραγματικότητας. Η αναγνώριση της ιστορίας της γλώσσας και η ιστορικοποίηση του έθνους θα επιτρέψουν να αξιολογηθεί η ελληνική κουλτούρα ως προϊόν της ιστορίας, με σύγχρονους όρους και όχι ιδεολογήματα άλλων εποχών. Θα επιτρέψουν στις νέες γενιές να διεκδικήσουν με θετικούς όρους, ως το δικό τους ιδιαίτερο πολιτισμό, το πολιτισμικό μείγμα που είναι δημιούργημα της «μακριάς διάρκειας», τον ελληνικό πολιτισμό τον διαμορφωμένο από την ιστορία. Θα πάψει συνεπώς η πολιτισμική κληρονομιά τεσσάρων ολόκληρων αιώνων, η πολιτισμική κληρονομιά της οθωμανικής αυτοκρατορίας είτε να αποκρύπτεται σαν παρένθεση ασήμαντη στην «αιώνια» πορεία του πολιτισμικά «καθαρού» από επιδράσεις έθνους είτε να αποκρύπτεται ακόμα χειρότερα (δηλαδή ακόμα πιο βλαβερά για την ελληνική εθνική ταυτότητα) σαν το μπάσταρδο «ανατολίτικο» πρόσωπο της Ελλάδας που καλύπτει το παγκοσμίας καλλονής αρχαίο προσωπείο.
Αυτή η ιδεολογία καταστρέφει τη θετική σχέση των κοινωνικών ομάδων με τα πολιτισμικά προϊόντα της αρχαιότητας, επειδή τα εμφανίζει σαν το μοναδικό επίτευγμα πολιτισμού του «έθνους», με αποτέλεσμα ν’ ανακαλεί η υπεραξιολόγησή συστηματικά τη μικρότητα και αναξιότητα της εθνικής ταυτότητας. Η εθνική μας πολιτισμική ανωτερότητα, η αξία που κάνει τους Έλληνες ισότιμους με τους λοιπούς λαούς της Ευρώπης είναι το εθνικό μας ψεύδος, το «οικογενειακό» μας μυστικό που κρύβουμε από τους εταίρους της Ένωσης, είναι το πραγματικό και «κατώτερο» εθνικό μας πρόσωπο, που αποκρύπτει το αρχαίο προσωπείο.

Άννα Φραγκουδάκη, «Η Γλώσσα και το Έθνος», Αλεξάνδρεια 2001

Τετάρτη 11 Ιουλίου 2012

η ευτυχία είναι ιδανικό, είναι καρπός της φαντασίας

«Δεν είναι δυνατόν, κύριε, η ευτυχία να βρίσκεται στην αμαρτία και στο έγκλημα».
«Συμφωνώ απολύτως. Όμως ο άνθρωπος που, με βαθιά μελέτη και ώριμη σκέψη κατάφερε να εκπαιδεύσει το μυαλό του ώστε να μην βρίσκει υπόνοια κακού σε τίποτα, να αντιμετωπίζει με την πλέον ήρεμη αδιαφορία όλες τις ανθρώπινες πράξεις, να τις θεωρεί όλες σαν αναγκαία αποτελέσματα μιας δύναμης, όποια κι αν είναι αυτή, άλλοτε αγαθή κι άλλοτε διεστραμμένη, αλλά πάντοτε κυρίαρχη, που άλλοτε μας εμπνέει να διαπράττουμε ενέργειες που οι άνθρωποι επιδοκιμάζουν κι άλλοτε πράξεις που τις καταδικάζουν, όμως ποτέ κάτι που να ενοχλεί την ίδια τη δύναμη – αυτός ο άνθρωπος, όπως θα συμφωνήσετε, κύριε, μπορεί να βρίσκει τον εαυτό του εξίσου ευτυχισμένο είτε συμπεριφέρεται όπως εγώ, είτε όπως εσείς με την καριέρα που ακολουθείτε. Η ευτυχία είναι ιδανικό, είναι καρπός της φαντασίας. Είναι ένας τρόπος για να μας κινεί, που εξαρτάται μόνο από τον δικό μας τρόπο να βλέπουμε τα πράγματα και να αισθανόμαστε. Δεν υπάρχει, πέρα από την ικανοποίηση των αναγκών τους, τίποτε που να κάνει όλους τους ανθρώπους εξίσου ευτυχισμένους. Καθημερινά βλέπουμε ένα άτομο να γίνεται ευτυχισμένο με το ίδιο ακριβώς πράγμα που αποτελεί αιτία μέγιστης δυσαρέσκειας για ένα άλλο. Επομένως καμιά ευτυχία δεν είναι σίγουρη, και δεν υπάρχει άλλη ευτυχία για μας από εκείνη που διαμορφώνουμε στη βάση της σωματικής μας συγκρότησης και των αρχών μας».

Marquis de Sade, «Αιμομιξία», Το Ποντίκι 2006 (μετάφραση Γιάννης Παπαδάτος)

Σάββατο 7 Ιουλίου 2012

ας ξεσπάει

Στους φαιούς, κρύους βράχους σου, Ω Θάλλασα, ας ξεσπάει το κύμα, ας ξεσπάει!
Κι ας γινόταν να βγουν απ’ το στόμα οι σκέψεις που το μυαλό μου γεννάει.

Ω, τι κι αν παίζει ο γιος του ψαρά με την αδερφή του με ξεφωνητά!
Ω, τι κι αν τραγουδά ο αμούστακος ναύτης, μες στη βάρκα στου όρμου τ’ ανοιχτά!

Κι αν φωλιάζουν τ’ αγέρωχα πλοία στην αγκαλιά απάγκιας ακτής.
Όμως, Ω και να μ’ άγγιζε έν’ άφαντο χέρι, κι ο αχός μιας φωνής σιωπηλής!

Στα ριζά των γκρεμών σου, Ω Θάλασσα, ας ξεσπάει το κύμα, ας ξεσπάει!
Μα η αιθέρια χάρη μιας μέρας χαμένης σε μένα δεν ξαναγυρνάει.

Alfred Tennyson, «12 Ποιήματα», Διώνη 2003 (απόδοση Παντελής Ανδρικόπουλος)

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2012

δυσαφηγησία

Έχω υποστηρίξει με επιχειρήματα ότι μέσω της αφήγησης δημιουργούμε και επαναδημιουργούμε τον εαυτό, ότι ο εαυτός είναι ένα προϊόν της αφήγησής μας, και όχι κάποια ουσία την οποία αναζητούμε φθάνοντας στο βάθος της υποκειμενικότητας. Σήμερα υπάρχουν ενδείξεις σύμφωνα με τις οποίες, εάν στερούμασταν την ικανότητα να φτιάχνουμε ιστορίες για τον εαυτό μας, δεν θα υπήρχε εαυτός. Ας μου επιτραπεί να παρουσιάσω αυτές τις ενδείξεις.
Υπάρχει μια νευρολογική διαταραχή που ονομάζεται «δυσαφηγησία» (dysnarrativia). Είναι μια σοβαρή βλάβη της ικανότητας του ατόμου να λέει ή να κατανοεί ιστορίες, η οποία συνδέεται με νευρολογικές νόσους όπως το σύνδρομο Korsakov και η νόσος Alzheimer. Είναι κάτι περισσότερο από απλή βλάβη της μνήμης για τα συμβάντα του παρελθόντος, αφού από μόνη της αποδιοργανώνει ριζικά την αίσθηση του εαυτού, όπως έχει καταστήσει σαφές στο έργο του Oliver Sacks. Στο σύνδρομο Korsakov ιδιαίτερα, όπου τόσο το συναίσθημα όσο και η μνήμη έχουν υποστεί σοβαρές βλάβες, ο εαυτός ουσιαστικά εξαφανίζεται. Ο Sacks περιγράφει έναν από τους ασθενείς του, ο οποίος έπασχε από βαριάς μορφής σύνδρομο Korsakov, ως «αδειασμένο, δίχως ψυχή».
Ένα χαρακτηριστικό σύμπτωμα αυτών των περιπτώσεων είναι η σχεδόν ολοκληρωτική απώλεια της ικανότητας του ασθενούς να διαβάσει το μυαλό των άλλων, να καταλάβει αυτό που μπορούσαν να σκεφτούν, να νιώσουν ή να δουν. Οι πάσχοντες φαίνεται να χάνουν όχι μόνο την αίσθηση του εαυτού, αλλά και την αίσθηση του άλλου. Ένας οξυδερκής κριτικός αυτοβιογραφιών, ο Paul John Eakin, σχολιάζοντας τις δημοσιεύσεις, αντιλαμβάνεται αυτή τη μαρτυρία ως περαιτέρω απόδειξη ότι ο εαυτός είναι βαθιά «σχεσιακός», ότι ο εαυτός, όπως σημειώθηκε προηγουμένως, είναι επίσης ο άλλος. 

Jerome Bruner, «Δημιουργώντας Ιστορίες», Ελληνικά Γράμματα 2004 (μετάφραση/επιστημονική επιμέλεια Γιάννης Κουγιουμουτζάκης)

Τρίτη 3 Ιουλίου 2012

η διάλυση της ενότητας του καθημερινού

Συγχρόνως όμως, την περίοδο αυτή, η ίδια η εργασία τίθεται σε νέες, ορθολογικές βάσεις όσον αφορά στον χώρο και στον χρόνο που εκτελείται. Το γεγονός αυτό οδηγεί στη σταδιακή καταστροφή της παραδοσιακής μικροοικονομίας, η οποία βασιζόταν στην ενότητα οικιακής ζωής και εργασίας και σε μια ενιαία αντίληψη του χρόνου. Άμεση συνέπεια είναι η διάλυση της ενότητας του καθημερινού, ενότητα η οποία οριζόταν από την αλληλοδιαπλοκή ατομικών και κοινωνικών λειτουργιών, και ο σταδιακός διαχωρισμός της ιδιωτικής από τη δημόσια σφαίρα. Το ατομικό τελικά αναγορεύεται σε πρωτεύουσα, κανονιστική αξία, η οποία στο εξής ρυθμίζει κάθε πλευρά της ανθρώπινης ζωής. Σ’ ένα άλλο επίπεδο, ο εξορθολογισμός και η ιδέα μιας θεσπισμένης κοινωνικής τάξης [order], οδηγεί στην ακραία καταστολή σημαντικών εθιμικών πρακτικών, όπως οι καρναβαλικές γιορτές και οι τελετουργίες ανατροπής [rituals of reversal]. Πρακτικές οι οποίες στις παραδοσιακές κοινωνίες εξυπηρετούσαν μεταξύ άλλων ένα είδος αποφόρτισης των κοινωνικών συγκρούσεων*.

*Οι εκδηλώσεις των παραδοσιακών γιορτών (αυτές που μετά τον Μιχαήλ Μπαχτίν συνηθίζεται να αποκαλούνται καρναβαλικές) συνδέονταν άμεσα με μια συμπεριφορά αποχαλίνωσης και απειθαρχίας και ορισμένες φορές κατέληξαν σε γενικευμένες εξεγέρσεις, με καθαρά κοινωνικοπολιτικό χαρακτήρα. Οι κυρίαρχες τάξεις είχαν κάθε λόγο να επιζητούν την εξαφάνισή τους, κάτι που εν τέλει κατόρθωσαν αφ’ ενός με άμεσα κατασταλτικά μέτρα και αφ’ ετέρου με τη θεσμική περιθωριοποίησή τους στη μορφή ακίνδυνων και ελεγχόμενων εκδηλώσεων. Ακριβώς την ίδια αντιμετώπιση συνάντησαν και τα ομαδικά παιχνίδια, τα οποία είχαν μια παρόμοια λειτουργία στο πλαίσιο της παραδοσιακής κοινότητας και συχνά άπτονταν των εκδηλώσεων της γιορτής.

Γιώργος Βλάχος, «Η Συνείδηση ενάντια στο Νόμο», Έρασμος 1998

Κυριακή 1 Ιουλίου 2012

σε όλες τις παραλίες του κόσμου

Κι αν του επιτρεπόταν να κάνει ακόμα μια ευχή, θα ευχόταν να διαλυθεί κι ο ίδιος, τώρα, εδώ, αυτή τη νύχτα. Να μεταμορφωθεί σε ρυάκι, να χυθεί στη θάλασσα. Να τον σηκώσουν ψηλά, να τον μεταφέρουν. Σε όλες τις παραλίες του κόσμου. Τις οποίες ποτέ δεν είδε, επειδή σκεφτόταν πως γι’ αυτό υπήρχε αρκετός χρόνος ακόμα. Αγαπημένη θάλασσα, άσε με απλώς να μπω μέσα σου, μουρμουρίζει ο γέρος, και η θάλασσα μουρμουρίζει κι αυτή. Αναστενάζει. Αχ, όλοι οι άνθρωποι που κάθονται και κοιτάζουν τη θάλασσα. Τρεις σε αυτή την παραλία, πιο πέρα κι άλλοι, σε όλες τις παραλίες του κόσμου κάθονται άνθρωποι και κοιτάζουν τη θάλασσα, σαν μυρμήγκια από ψηλά, σαν σκοτεινό στρίφωμα στο φως, πριν να ‘ρθει το μπλε. Εκατομμύρια κάθονται και κοιτάζουν τη θάλασσα και σκέφτονται την αιωνιότητα, τον πόνο του έρωτα, σκέφτονται το τέλος, σκέφτονται χώρες μακρινές, σκέφτονται, θα ‘πρεπε να ζήσω δίπλα στη θάλασσα, θα ‘πρεπε να κάνω ταξίδια, θα ‘πρεπε να αλλάξω τη ζωή μου. Εκατομμύρια άνθρωποι μαγεύονται από τη θάλασσα. Αναγνωρίζουν για λίγο. Αντιλαμβάνονται πως ο κόσμος δεν δίνει δεκάρα για το αν αυτοί σπαταλούν τη ζωή τους ή όχι. Η θάλασσα, που θα είναι εκεί ακόμα, και μετά. Και για μια στιγμή τούς έρχεται μια ιδέα ή παρηγοριά ή συλλογίζονται, αύριο, αύριο θα τ’ αλλάξω όλα, η ζωή είναι τόσο μικρή. Τέτοιες ιδέες έχουν οι άνθρωποι όταν κοιτάζουν τη θάλασσα, σύντομες, μικρές ιδέες, για κάτι που είναι πολύ μεγαλύτερο απ’ αυτούς, και οι ιδέες γίνονται αέρας και βροχή και πέφτουν στη θάλασσα, μεταφέρονται, και οι άνθρωποι σηκώνονται, ξεχνάνε κι έχουν μονάχα μια τέτοια λαχτάρα όταν έχουν πια φύγει απ’ τη θάλασσα. Αλλά για ποιο πράγμα δεν ξέρουν πια.

Sibylle Berg, «Σεξ ΙΙ», Τόπος 2007 (μετάφραση Μαρία Μουρσελά)