Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2012

πού είναι τα πουλιά;

Ατσάραντοι και λιάροι κι' αητομάχια
συκοφάγοι και κατσουλιέρες και κοτσύφια
τσουτσουλιάνοι και τσαλαπετεινοί και τσόνοι
καλημάνες και καλατζάκια και τσιμιάλια
τσιπιριάνοι και τσικουλήθρες και σπέντζοι
τετεντίτσες και τουρλουμπούκια και κίσσες
καλοκερήθρες και σηκονούρες και ασπροκόλια
μπεκανότα και δοδόνες και κολοτριβιδόνες
ξυλοτρούπιδες και σπίγγοι και τρουποφράχτες
κοκκινονούρες και τρυγονόλιαροι και μυγουσάκια
γαϊταρίθια κα σβουρίτζια κα σγουρδούλια
θεοπούλια και μυγούδια και σπίνοι;

Πού είναι ο κοκκινολαίμης;

Πού είναι τα παπιά;
Κρινέλια και γερμάνια και ψαλίδες
ξυλόκοτες και μπάλιζες και σουγλοκόλια
γερατζούλια και ντελίδες και μαυρόπαπα
ψαροφάγοι και τουρλίδες και ζαγόρνα
λαγοτουρλίδες και τσιλιβίδια και βουτουλάδες;

Πού είναι ο Μολοχτός κι' ο Πάπουζας;
Η Αβοκέτα κι' ο Καλαμοκανάς;

Πού είναι οι συκοπούλες οι βουλγάρες κι' οι σιταρίθρες
τα βατοπούλια τα κουφαηδόνια κι' οι αερογάμηδες
οι φάσες και οι σπαθομύτες
τα κιρκινέζια κι' οι χαλκοκουρούνες;

Πού είναι ο μπούφος
ο χουχουλόγιωργας κι' ο κούκος
ο νυχτοκόρακας ο γκιόνης κι' ο καράπαπας;

Πού είναι
τα ξεφτέρια τα γεράκια και οι αετοί;

Πού είναι ο Ντρένιος ο Καλογιάννης και ο Μπέτος;

Πού είναι οι Μαυροσκούφηδες;

Γιώργης Παυλόπουλος, "Που είναι τα πουλιά;", Κέδρος 2004

Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2012

πως είχα πάντα δίκιο

Όταν το κατοικήσαμε ήμουνα δώδεκα χρονών
τότε που έμπαινα στις συνεχόμενες φάσεις
της αχαλίνωτης στην αρχή, μετά της λογοκρατούμενης
έπειτα της πολιτικά ελεγχόμενης τρέλας.
Σ’ αυτό με φλόγισαν ιδέες που άλλες έγιναν πράξεις
άλλες πήραν υπόσταση σε γραφτά κάθε λογής
άλλες παραμορφώθηκαν τόσο που με τρομάζουν,
σ’ αυτό ταλαντεύτηκα για καιρό
ανάμεσα στη διακηρυγμένη πίστη
και στην αδιακήρυχτη ακόμα αμφιβολία,
επιθύμησα ταξίδια ως τότε απρόσιτα
καθώς έμενα καθηλωμένος άλλοτε απ’ την αρρώστια
άλλοτε απ’ τις απαγορεύσεις της αστυνομίας
άλλοτε απλώς από έλλειψη χρημάτων,
εκεί αποφάσισα να μην πνίξω άλλο τη φωνή μου
μόνο που η πληρωμή αποδείχτηκε ακριβότερη
απ’ ό,τι ως τότε φανταζόμουν.
Σ’ αυτό ένιωσα πως κάπου με περίμενε
κάτι σημαντικό, κάτι προσωπικό για μένα
που όμως δεν το προλάβαινα γιατί συνεχώς
εμφανίζονταν άλλες προτεραιότητες, καθήκοντα
που φοβόμουν ότι δεν τα εκπλήρωνα όσο όφειλα
αν κι έβλεπα πως οι άνθρωποι γαντζώνονται
στα πόστα και στα γραφεία που αποκτούν
πως οι σύντροφοι εμφανίζονται ή καταργούνται
σύμφωνα με πολιτικές αποφάσεις κι εντολές.
Στο σπίτι αυτό ξεψύχισε ο πατέρας μου, μ’ εμένα
να τρέχω αλλού για φίλους και για κομματικά.
Καθώς ξανασκέφτομαι κι αυτά που λέω
κι αυτά που παραλείπω, αναρωτιέμαι:
Είναι δυνατόν να πίστευα ή και τώρα ακόμα να πιστεύω
πως είχα πάντα δίκιο;

Τίτος Πατρίκιος, Το Σπίτι, Διαβάζω Οκτώβριος 2009

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012

μια λίγο διαφορετική εκδοχή

Όσο για τα τοπία με πλαγιές ή τις θέες βουνών, ο ίδιος ο Μωμ ο Χαράκτης έλεγε: «Νομίζω ότι τα φυσικά τοπία είναι ζώα σαν και μας. Ο χείμαρρος που κατεβαίνει με ορμή ή τ’ αυλάκι που ανοίγει είναι σαν το πουλί που γυρνοβολά στον αέρα και τον γάιδαρο που σκαρφαλώνει διστακτικά. Οι οροφές των σκοτεινών σπηλαίων είναι γεμάτες από τις μορφές των αστερισμών. Οι αρκούδες των Πυρηναίων που στέκονται όρθιες στα πίσω τους πόδια είναι πελώριες καραβέλες που κλυδωνίζονται μες στους τυφώνες».
Έχουμε μια λίγο διαφορετική εκδοχή από τον Γκρυνεχάγκεν: «Μια μέρα που σχεδίαζε εικόνες του παραδείσου, καθισμένος πάνω στην ταράτσα του στη Ρώμη, ο συντεχνίτης του, ονόματι Πουαγύ, από την Αμπεβίλ, παρατηρώντας την ακινησία του και το πρόσωπό του που ήταν εξαιρετικά συγκεντρωμένο, του είπε στ’ αστεία: “Πιστεύετε ότι στον παράδεισο θα έχει ανάλογες εκστάσεις;” Αλλά ο Κύριος Μωμ διατήρησε το σοβαρό του ύφος και του είπε ότι ακόμα και στον παράδεισο έτσι θα είναι. “Και τις έχει φανταστεί ο Θεός αυτές τις εκστάσεις;” τον ρώτησε ο Πουαγύ. Ο Κύριος Μωμ του απάντησε στο ίδιο σοβαρό ύφος: “Η ύλη φαντάζεται τα ουράνια. Μετά τα ουράνια φαντάζονται τη ζωή. Μετά η ζωή φαντάζεται τη φύση. Μετά η φύση γεννοβολά και εκδηλώνεται με διάφορες μορφές που κατά πάσα πιθανότητα δεν τις συλλαμβάνει, αλλά τις επινοεί ανασκαλεύοντας τη φωτιά μέσα στο χώρο. Τα σώματά μας είναι μία από αυτές τις εικόνες που έφτιαξε με τη βοήθεια του φωτός”». Ο Γκρυνεχάγκεν συμπληρώνει: «Ο Κύριος Ζελλέ έλεγε για τον Κύριο Μωμ, αστειευόμενος: “Τους χαράκτες δεν τους χαρακτηρίζει η χαριτολογία”. Γερμανικό χιούμορ, όπως λένε οι Ιταλοί».

Pascal Quignard, «Ταράτσα στη Ρώμη», Άγρα 2002 (μετάφραση Θοδωρής Τσαπακίδης)

Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2012

anywhere

Η λογοτεχνία δεν είναι κάπου μόνιμα εγκατεστημένη, είναι νομάδας. Όχι μόνο επειδή μας βάζει να ταξιδεύουμε στον κόσμο αλλά κυρίως επειδή μας σπρώχνει να ταξιδέψουμε στην ανθρώπινη ψυχή. Επίσης είναι διορθωτική, γιατί είναι η μοναδική δυνατότητα που μας παραχωρείται για να αλλάξουμε τα γεγονότα και να διορθώσουμε τη μητριά Ιστορία. Κι αυτό επειδή είναι ο χώρος του δυνατού, της απόλυτης ελευθερίας. Έγκλειστος στο κάστρο του Τωρώ, δίπλα στο Μορλαί, ο Auguste Blanqui, μετά την κατάρρευση της Κομμούνας, παίρνει το αίμα του πίσω από τα γεγονότα που τον είχαν συνθλίψει. Ξεκινώντας από τις θεωρίες περί σύμπαντος του Laplace, και επομένως με ένα καθαρά επιστημονικό σθένος, παρότι επιχειρεί να το εφαρμόσει σε μια απλή υπόθεση, ουσιαστικά ξαναπιάνει την ιδέα του απείρου του Σύμπαντος, του Χρόνου και του Χώρου, και εγγράφει την υπόθεση που κάνει σε ένα πλήθος πιθανών κόσμων, σε ένα πλήθος πιθανών ιστοριών, όπου η καθεμία κατά βάθος είναι ίδια με τον εαυτό της αλλά με διαφορετική κάθε φορά έκβαση. Έτσι, για παράδειγμα, σε έναν απροσδιόριστο χώρο του χωροχρόνου, anywhere, οι ίδιοι οι κομμουνάροι θα έχουν κερδίσει τη μάχη και θα έχουν επιβάλει τα ιδανικά τους, και ο ίδιος ο Μπλανκί, συνεπής προς τον εαυτό του αλλά σε μια από τις πιθανές παραλλαγές του, αντί να νιώσει τη βαθιά πίκρα της ήττας, θα δει το θρίαμβο των ιδανικών του. Το L'Eternité par les astres, βιβλίο μοναδικό και εξαιρετικό ενός μη λογοτέχνη, είναι στην πραγματικότητα μεγάλη λογοτεχνία και, αναμφίβολα, ένα από τα πιο επαναστατικά βιβλία του τέλους του 19ου αιώνα. Χωρίς το οποίο, θα πρόσθετα, ένας μεγάλος συγγραφέας όπως ο Jorge Louis Borges ίσως να μην είχε υπάρξει ποτέ.

Antonio Tabucchi, "Λογοτεχνίας Εγκώμιο", Άγρα 2009 (μετάφραση Ανταίος Χρυσοστομίδης)