Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012
Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012
η αλέα μες στην πυκνή βροχή
Η αλέα μες στην πυκνή βροχή πρωινό όνειρο μου φάνταζε
που όσο η ματιά το θόλωνε, τόσο στο φως του σίμωνε.
Πηδούσε ο αέρας τις κορφές των δέντρων που ανατράνταζε
κ' η θύελλα ανήλεια κράζοντας τον κήπο μας ερήμωνε.
Μα εγώ στο βίο μου κι αν περνώ τόσα δρολάπια αδήγητα
που μόνο η θέρμη της ζωής να τα λαγιάσει μπόρεσε
ακούω στα μάκρη τ' ουρανού τον κεραυνό που σμίγει τα
μ' εκείνα που έχω στην καρδιά κ' η πένα δεν τα χώρεσε.
Ρήγας Γκόλφης, "Ποιήματα", Εστία 2002
που όσο η ματιά το θόλωνε, τόσο στο φως του σίμωνε.
Πηδούσε ο αέρας τις κορφές των δέντρων που ανατράνταζε
κ' η θύελλα ανήλεια κράζοντας τον κήπο μας ερήμωνε.
Μα εγώ στο βίο μου κι αν περνώ τόσα δρολάπια αδήγητα
που μόνο η θέρμη της ζωής να τα λαγιάσει μπόρεσε
ακούω στα μάκρη τ' ουρανού τον κεραυνό που σμίγει τα
μ' εκείνα που έχω στην καρδιά κ' η πένα δεν τα χώρεσε.
Ρήγας Γκόλφης, "Ποιήματα", Εστία 2002
Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012
πρωϊνό τραίνο
Ύστερα από γλυκό κι άυλο νυχτέρι,
σ' ένα πρωί μαγευτικό κι ωραίο,
να τρεμολάμπει ανάφλογο το αστέρι
του πόθου της ζωής μέσα μας, νέο.
Η ψυχή σαν χυμός να πλημμυρίζει
το στήθος μας κι' οι πόροι μας ν' ανοίγουν
προς ό,τι αναπνέει και ψιθυρίζει,
ενώ οι νύχτιοι πόθοι ορμούν και φεύγουν.
Η νοσταλγία να κουρταλεί τα φρένα
και να τα καίει μια ανυπομονησία,
για κάποια τάχα που θαρθούνε ξένα
πρόσωπα με το τραίνο από επαρχία,
Όπου είχαν χρόνια ζήσει ξεχασμένα
για μας, γι' αυτά, για όλους, σαν ασβόλη,
και μια μέρα κινούν συντροφεμένα,
να γίνουν πάλι νούμερα στην πόλη.
Ρώμος Φιλύρας, "Ρώμος Φιλύρας", Γαβριηλίδης 1999 (επιμέλεια Γιάννη Δάλλα)
σ' ένα πρωί μαγευτικό κι ωραίο,
να τρεμολάμπει ανάφλογο το αστέρι
του πόθου της ζωής μέσα μας, νέο.
Η ψυχή σαν χυμός να πλημμυρίζει
το στήθος μας κι' οι πόροι μας ν' ανοίγουν
προς ό,τι αναπνέει και ψιθυρίζει,
ενώ οι νύχτιοι πόθοι ορμούν και φεύγουν.
Η νοσταλγία να κουρταλεί τα φρένα
και να τα καίει μια ανυπομονησία,
για κάποια τάχα που θαρθούνε ξένα
πρόσωπα με το τραίνο από επαρχία,
Όπου είχαν χρόνια ζήσει ξεχασμένα
για μας, γι' αυτά, για όλους, σαν ασβόλη,
και μια μέρα κινούν συντροφεμένα,
να γίνουν πάλι νούμερα στην πόλη.
Ρώμος Φιλύρας, "Ρώμος Φιλύρας", Γαβριηλίδης 1999 (επιμέλεια Γιάννη Δάλλα)
Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012
το χαμόγελο
Ωραία γυναίκα, το τρελό το γέλιο σου διαβαίνει,
σα μάταιος ήχος και σκορπά, κι ούτε μια ηχώ ξυπνά
στην ακατάδεχτη καρδιά, που αγάπη τήνε δένει
μ' αθώα χαμόγελα βουβά.
M' αυτά που δείχνουνε χαρά, με κάποια που σκεπάζουν
τον πόνο τους αμίλητο οι ευγενικές ψυχές,
μ' εκείνα που μαραίνονται κρυφά και ξεθωριάζουν,
σ' αρχαίες εικόνες σκοτεινές,
Kαι μ' όσα ακόμα ούτε αλαφρά δε σκίζουνε τα χείλη,
κι αστράφτουν μόνο στων ματιών βαθιά τη σιγαλιά,
ωσάν τ' αντιφεγγίσματα που απλώνονται το δείλι
στην πελαγίσιαν ερημιά...
Λάμπρος Πορφύρας, "Σκιές", Πελεκάνος 2012
σα μάταιος ήχος και σκορπά, κι ούτε μια ηχώ ξυπνά
στην ακατάδεχτη καρδιά, που αγάπη τήνε δένει
μ' αθώα χαμόγελα βουβά.
M' αυτά που δείχνουνε χαρά, με κάποια που σκεπάζουν
τον πόνο τους αμίλητο οι ευγενικές ψυχές,
μ' εκείνα που μαραίνονται κρυφά και ξεθωριάζουν,
σ' αρχαίες εικόνες σκοτεινές,
Kαι μ' όσα ακόμα ούτε αλαφρά δε σκίζουνε τα χείλη,
κι αστράφτουν μόνο στων ματιών βαθιά τη σιγαλιά,
ωσάν τ' αντιφεγγίσματα που απλώνονται το δείλι
στην πελαγίσιαν ερημιά...
Λάμπρος Πορφύρας, "Σκιές", Πελεκάνος 2012
Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012
Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2012
η γυναίκα στο πάρκο
Από το πάρκο επέρασεν η ώριμη κυρία,
μέσα στους όρθιους των δεντρών, ολόρθη, τους κορμούς.
Φύλλα νεκρά της έριξε η χρυσή δεντροστοιχία –
κι εμείς τους μαραμένους μας συλλογισμούς.
Θα 'ναι η γυναίκα που έκλαψε πολύ. Στα βλέφαρά της
η σκιά των τρισευγενικών κατέβη μαρασμών.
Τη λύπην εξεδίψασαν τα δάκρυά της
και την υδρία της γέμισε στην βρύση των λυγμών.
Τα φιλημένα, άλλον καιρό, κρατεί κλεισμένα χείλη,
κι απάνου απ’ τα ξερόφυλλα περνάει θαμπή, σβηστή,
στο μύρο της υπομονής, που απλώνουνε το δείλι
τα πληγωμένα απ’ την βροχή κλαριά, να ξεχαστεί.
Κι εγώ, που από τον μάταιο τον κόσμο αναχωρούσα,
την είδα και είπα: «Είναι νωρίς· θα μείνω». Μυστικά
στον πόνο και στην γνώση της να εμπιστευτώ, μπορούσα
τα δάκρυά μου τα τωρινά και τ’ αναμνηστικά.
Τότε θα γείρουμε κι οι δυο σε μια βαθιά ησυχία,
οι κουρασμένοι, οι ώριμοι πολύ, να ιστορηθεί
απ’ τον καθέναν η παλιά πικρή του αποτυχία
τρυγώντας του άλλου τα φιλιά, όπου έχουν μαραθεί.
Γλυκό χινόπωρο της ζωής, σοφή κι ατάραχη ώρα,
ξέρεις, τα φίλτρα πίνοντας της λύπης, να ευτυχείς
και να γευτείς τον έρωτα σαν τη χρυσήν οπώρα
βαρειά απ’ το μέλι των χυμών στα ρίγη της βροχής.
Την ίδια δόξα επόθησε την χινοπωρινή
καθώς με είδεν η ώριμη γυναίκα, κι η καρδιά της
τα πληγωμένα ετάραξε για μία στιγμή φτερά της -
όμως τα ξαναδίπλωσε στην πρώτη υπομονή.
Και προσπεράσαμε βουβοί, δειλοί και αγνοημένοι.
Ο λόγος, που δεν ήταν γραφτό μας ν’ ακουστεί,
καθώς ξερόφυλλο έπεσε λαμπρό στην κοιμισμένη
θάλασσα του ανεκπλήρωτου που τόσα μου κρατεί.
Ζαχαρίας Παπαντωνίου, "Η νεοελληνική ερωτική ποίηση", Ελευθεροτυπία 2010
μέσα στους όρθιους των δεντρών, ολόρθη, τους κορμούς.
Φύλλα νεκρά της έριξε η χρυσή δεντροστοιχία –
κι εμείς τους μαραμένους μας συλλογισμούς.
Θα 'ναι η γυναίκα που έκλαψε πολύ. Στα βλέφαρά της
η σκιά των τρισευγενικών κατέβη μαρασμών.
Τη λύπην εξεδίψασαν τα δάκρυά της
και την υδρία της γέμισε στην βρύση των λυγμών.
Τα φιλημένα, άλλον καιρό, κρατεί κλεισμένα χείλη,
κι απάνου απ’ τα ξερόφυλλα περνάει θαμπή, σβηστή,
στο μύρο της υπομονής, που απλώνουνε το δείλι
τα πληγωμένα απ’ την βροχή κλαριά, να ξεχαστεί.
Κι εγώ, που από τον μάταιο τον κόσμο αναχωρούσα,
την είδα και είπα: «Είναι νωρίς· θα μείνω». Μυστικά
στον πόνο και στην γνώση της να εμπιστευτώ, μπορούσα
τα δάκρυά μου τα τωρινά και τ’ αναμνηστικά.
Τότε θα γείρουμε κι οι δυο σε μια βαθιά ησυχία,
οι κουρασμένοι, οι ώριμοι πολύ, να ιστορηθεί
απ’ τον καθέναν η παλιά πικρή του αποτυχία
τρυγώντας του άλλου τα φιλιά, όπου έχουν μαραθεί.
Γλυκό χινόπωρο της ζωής, σοφή κι ατάραχη ώρα,
ξέρεις, τα φίλτρα πίνοντας της λύπης, να ευτυχείς
και να γευτείς τον έρωτα σαν τη χρυσήν οπώρα
βαρειά απ’ το μέλι των χυμών στα ρίγη της βροχής.
Την ίδια δόξα επόθησε την χινοπωρινή
καθώς με είδεν η ώριμη γυναίκα, κι η καρδιά της
τα πληγωμένα ετάραξε για μία στιγμή φτερά της -
όμως τα ξαναδίπλωσε στην πρώτη υπομονή.
Και προσπεράσαμε βουβοί, δειλοί και αγνοημένοι.
Ο λόγος, που δεν ήταν γραφτό μας ν’ ακουστεί,
καθώς ξερόφυλλο έπεσε λαμπρό στην κοιμισμένη
θάλασσα του ανεκπλήρωτου που τόσα μου κρατεί.
Ζαχαρίας Παπαντωνίου, "Η νεοελληνική ερωτική ποίηση", Ελευθεροτυπία 2010
Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012
βενετσάνικο
Στον παλιό της Βενετιάς δρομάκο,
Σ' ένα μαγαζί
μια ζωή περάσαμε μαζί
Σε μιαν ώρα μέσα·
Φτερό είχα στο καπέλο μου και δράκο
Στα στήθια ασημοκέντητο, κι εσύ,
Κοντέσσα, Του Ζωρντάνο Μαντρεπήλια,
Τη μαντήλα,
Χρώμα θαλασσί.
Ω τα κρουστά πως ανασήκωνες μετάξια,
Απάνω από το πόδι το γραμμένο,
Μ' εκείνα σου τα χέρια, που ήταν άξια
Ν' αλείψουν μύρα τον Εσταυρωμένο!...
Μιλτιάδης Μαλακάσης, "Ποιήματα", Πατάκης 2005
Σ' ένα μαγαζί
μια ζωή περάσαμε μαζί
Σε μιαν ώρα μέσα·
Φτερό είχα στο καπέλο μου και δράκο
Στα στήθια ασημοκέντητο, κι εσύ,
Κοντέσσα, Του Ζωρντάνο Μαντρεπήλια,
Τη μαντήλα,
Χρώμα θαλασσί.
Ω τα κρουστά πως ανασήκωνες μετάξια,
Απάνω από το πόδι το γραμμένο,
Μ' εκείνα σου τα χέρια, που ήταν άξια
Ν' αλείψουν μύρα τον Εσταυρωμένο!...
Μιλτιάδης Μαλακάσης, "Ποιήματα", Πατάκης 2005
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)