Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

δεν πλάγιαζε ποτέ παρά με τον εαυτό του

"Δε θέλετε ούτε να καπνίσετε;"
"Όχι. Γδύσου".
Θα ΄θελε να της ζητήσει να γυμνωθεί ολωσδιόλου, μα εκείνη θ' αρνιόταν. Δεν είχε αφήσει αναμμένη παρά μια μικρή λάμπα της νύχτας. "Ο ερωτισμός", συλλογίστηκε, "είναι η ταπείνωση του εαυτού μας ή του άλλου, ίσως και τα δυο. Μια ιδέα, ασφαλώς..." Η νέα ήταν άλλωστε πιο προκλητική έτσι, με το κολλητό κινέζικο μεσοφόρι. Μα είναι ζήτημα αν ήταν ερεθισμένος ή ίσως να μην ήταν παρά χάρη στην υποταγή αυτού του σώματος που τον περίμενε, ενώ εκείνος δεν κουνούσε. Η ευχαρίστησή του προερχόταν απ' το γεγονός ότι έβαζε τον εαυτό του στη θέση του άλλου προσώπου - αυτό ήταν φανερό. Του άλλου προσώπου που το εξανάγκαζε, το εξανάγκαζε εκείνος. Με δυο λόγια, δεν πλάγιαζε ποτέ παρά με τον εαυτό του, μα δεν το κατόρθωνε παρά υπό τον όρο να μην είναι μόνος. Καταλάβαινε τώρα αυτό που είχε υποψιαστεί ο Γκίζορς: Ναι, η δύναμη της θέλησής του δεν έφτανε ποτέ στο αντικείμενό του, δεν ζούσε παρά με την ανανέωσή του. Μα ακόμα κι αν δεν είχε κατακτήσει στη ζωή του ούτε μια γυναίκα, θα κατακτούσε, μες απ' αυτήν την Κινέζα που τον περίμενε, το μόνο πράγμα που λαχταρούσε: Τον εαυτό του. Του χρειάζονταν τα μάτια των άλλων για να δει τον εαυτό του, οι αισθήσεις ενός άλλου για να τον νιώσει. Κοίταξε τη θιβετιανή ζωγραφιά: Σ' έναν κόσμο αποχρωματισμένο όπου πλανιόντουσαν μερικοί ταξιδιώτες, δυο εντελώς όμοιοι σκελετοί αγκαλιάζονταν μεταρσιωμένοι.
Πλησίασε τη γυναίκα.

André Malraux, "Η Ανθρώπινη Μοίρα", Εξάντας 2005

αθήνα

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

το ασυνείδητο θα συντελεστεί από μόνο του

Εν τω μεταξύ, καθώς στεκόταν κομψά στο δεξί πόδι, με ανασηκωμένο τον γοφό, και το άλλο πόδι με ένα αργοπορημένο λύγισμα όπως τα παιδιά της Νιόβης, η Σαλώμη άφησε να της ξεφύγει ένα γελάκι ανάμεικτο με ελαφρύ βήχα, ίσως για να δείξει ότι, προπάντων, δεν έπαιρνε στα σοβαρά τον εαυτό της, έπαιξε τη μαύρη λύρα της μέχρι να ματώσει και, με την άτονη, άφυλη φωνή ενός αρρώστου που ζητάει το σιρόπι του χωρίς να το χρειάζεται στ' αλήθεια περισσότερο από εσάς ή εμένα, άρχισε να αυτοσχεδιάζει:

Πόσο το Κενό, δηλαδή η λανθάνουσα Ζωή που θα δει το φως το νωρίτερο μεθαύριο, είναι αξιοσέβαστο, λυτρωτικό, ενσωματωμένο στο Άπειρο, απόλυτα διαυγές!

Μήπως κορόιδευε; Συνέχισε:

Έρωτα! Μανία που μας διακατέχεις, μανία να μη θέλουμε να πεθάνουμε ολοκληρωτικά (θλιβερή διέξοδος)! Ω, προδότη, δεν θα σου πω ότι έφτασε ο καιρός να εξηγηθούμε. Ανέκαθεν, τα πράγματα είναι όπως είναι. Όμως πόσο ειλικρινές θα ήταν να κάναμε αμοιβαίες υποχωρήσεις στο πεδίο των σημερινών πέντε αισθήσεων, στο όνομα του Ασυνείδητου!
Ω! γεωγραφικά πλάτη, υψόμετρα, νεφελώματα καλής θέλησης, με τις μικρές σας μέδουσες του γλυκού νερού, κάντε μου, λοιπόν, τη χάρη να πάτε να βοσκήσετε στους οπωρώνες του εμπειρισμού. Ω, περαστικοί πάνω σ' αυτήν τη Γη, απόλυτα όμοια με αμέτρητες άλλες ολομόναχες στη ζωή, οι οποίες απεργάζονται αόριστα το άπειρο! Η ενεργή Ουσία ερωτεύεται τον εαυτό της (παρακολουθήστε τη σκέψη μου), ερωτεύεται δυναμικά τον εαυτό της, λίγο-πολύ όπως θέλει: είναι μια όμορφη ψυχή που παίζει το σκοπό της πάντοτε, δικό της θέμα. Ας είστε το παθητικό της φύσης: καταταγείτε αυτόματα όπως το Παν στις Τάξεις της Αγαθοποιού Αρμονίας! Και μετά ελάτε να μου πείτε.
Ναι, υδροκέφαλοι θεοσοφιστές, έπεα πτερόεντα του λαού, όλοι σας τυχαίες ομάδες φαινομένων χωρίς εγγύηση από την κυβέρνηση του υπερπέραν, ξαναγίνετε όντα γεμάτα ανοργανωσιά, για πάτε να μου βοσκήσετε, μέρα με τη μέρα, όλες τις εποχές, σε αυτό το Δέλτα χωρίς Σφίγγα, του οποίου όμως οι οξείες γωνίες ισούνται με δύο ορθές. Αυτό είναι το πλέον αρμόζον, ω γενιές αθεράπευτα εφηβικές. Και, προπάντων, προσποιηθείτε το μπέρδεμα σε αυτήν την ανευθυνότητα των νεογέννητων δυνατοτήτων που σας είπα. Το ασυνείδητο θα συντελεστεί από μόνο του.
Και εσείς, μοιραίοι ποταμοί, Ιορδάνη, Γάγγη της βάπτισης, αβύθιστα αστρικά ρεύματα, κοσμογονίες της Μαμάς! Πλυθείτε, μπαίνοντας, από το λίγο-πολύ προπατορικό στίγμα του Συστηματικού: κι ας μας μασήσει ευθύς εξαρχής, ας μας κάνει κομματάκια η Ύψιστη Ιαματική Αρετή (ας την πούμε προσωρινό ημίμετρο), αυτή που μαντάρει τα σκισίματα των αγρών, της επιδερμίδας κ.λπ. Τέτοια υπνωτική δύναμη ενοικεί εντός της. Λοιπόν...

Η Σαλώμη σταμάτησε ξαφνικά. Έφτιαξε τα πασπαλισμένα με άγνωστες γύρεις μαλλιά της, ενώ οι άγουροι μαστοί της ανάσαιναν τόσο βίαια, που τα γαρύφαλα έπεσαν κάτω (αφήνοντας τα αμύγδαλά τους σε κατάσταση χηρείας). Για να συνέλθει έπαιξε με τη μαύρη λύρα της μια άσχετη φούγκα...

Jules Laforgue, "Θρυλικές Ιστορίες με Ηθικό Δίδαγμα", Γαβριηλίδης 2008 (μετάφραση Λητώ Ιωακειμίδου)

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

seraphine

Πάνω στο ήσυχο ακρογιάλι
γέρνει η νύχτα τρυφερά˙
ψίθυρος σαν ν' ανεβαίνει
μεσ' απ' τα βαθιά νερά:

"Κοίτα τον! Ανόητος να 'ναι,
ή να 'ν' τάχα ερωτευμένος;
Εύθυμος φαίνεται τόσο
και μαζί τόσο θλιμμένος!"

Μα η σελήνη λέει γελώντας
στη νυχτιά μεσοστρατίς:
"Είν' κι ανόητος, κι αγαπάει,
κι είν' συνάμα και ποιητής".

Heinrich Heine, "Ποιήματα", Στιγμή 2007 (μετάφραση Μαρία Υψηλάντη)

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

αννόβερο

Μια φορά στο Αννόβερο έμεινα σ' ένα σπίτι όπου το παράθυρό μου έβλεπε στο στενό δρομάκι με το οποίο επικοινωνούσαν δύο μεγάλες αρτηρίες. Έκανε μεγάλο κέφι να παρατηρεί κανείς πως άλλαζαν τα πρόσωπα των ανθρώπων μόλις έμπαιναν στο δρομάκι, όπου, καθώς νόμιζαν, δεν τους έβλεπαν τόσα μάτια. Άλλος κατουρούσε, άλλος στερέωνε τις κάλτσες του, άλλος γελούσε στα κρυφά κι άλλος κούναγε το κεφάλι. Οι κοπελιές σκέφτονταν μ' ένα χαμόγελο την προηγούμενη νύχτα και σιάζαν τις κορδέλες τους για να κάψουν καρδιές στον απέναντι μεγάλο δρόμο.

Georg Christoph Lichtenberg, "Επιλογή από τα Sudelbücher", Στιγμή 1992 (μετάφραση Παναγιώτης Κονδύλης)