Σάββατο 11 Μαΐου 2013

δεν ξέρουμε τι να κάνουμε

Η Κυριακή το χειμώνα είναι η πιο βαρετή μέρα. Θα ’θελα να ξέρω αν όλα τα παιδιά του κόσμου περνούνε τόσο βαρετά, όσο η Μυρτώ κι εγώ. Το απόγευμα μάλιστα, όταν αρχίζει να σκοτεινιάζει νωρίς νωρίς, δεν ξέρουμε τι να κάνουμε. Από το πρωί έχουμε παίξει, έχουμε τσακωθεί, ύστερα ξαναμονοιάσει, έχουμε διαβάσει ―εγώ το «Δαβίδ Κόπερφηλδ» και η Μυρτώ τον «Τζακ»― και δε μένει πια τίποτα, μα τίποτα να κάνεις.
Ο μπαμπάς κι η μαμά, τις Κυριακές, παίζουν χαρτιά στο σπίτι του κυρίου Περικλή, που είναι διευθυντής του μπαμπά στην Τράπεζα. Η θεία Δέσποινα, η αδελφή του παππού, πάει επίσκεψη στις φίλες της κι η Σταματίνα, η υπηρέτρια, έχει έξοδο. Έτσι μένουμε τα κυριακάτικα απογεύματα στο σπίτι μόνες με τον παππού. Αν είναι καλός καιρός, ο παππούς μάς πάει περίπατο κι ύστερα, μόλις σκοτεινιάσει, γυρνάμε πίσω. Τότε αρχίζει η μεγάλη βαρεμάρα. Ο παππούς κλείνεται στο γραφείο του, με τους «αρχαίους» του. Έτσι λέμε, με την αδελφή μου τη Μυρτώ, τα βιβλία του παππού, γιατί είναι όλα αρχαία ελληνικά.
Εμείς πάμε στην τζαμωτή βεράντα και κοιτάμε τη θάλασσα. Όταν έχει τρικυμία, τα κύματα σπάνε στους βράχους, πιτσιλάνε τα τζάμια κι έτσι όπως κυλάνε οι στάλες απάνω τους μοιάζουν με δάκρυα. Τότε είναι που συλλογιζόμαστε τις πιο θλιβερές ιστορίες. Τάχατες πως πέθανε ο μπαμπάς, η μαμά ξαναπαντρεύτηκε κι ο πατριός μας είναι πιο κακός και από του Δαβίδ Κόπερφηλδ.
Ή, πάλι, σκεφτόμαστε πως ο παππούς είναι ένας φτωχός ζητιάνος και μεις, ντυμένες κουρέλια, γυρίζουμε μαζί του μέσα στο κρύο και ζητιανεύουμε, από πόρτα σε πόρτα, ψωμί. Καθετί που συλλογιόμαστε του δίνουμε και τίτλο, λες και είναι ολόκληρο παραμύθι.
Τούτη όμως την Κυριακή είχαμε τόσο βαρεθεί, που σαν είπα στη Μυρτώ να παίξουμε «Ο παππούς ζητιάνος», μου απάντησε πως πιο σαχλή ιστορία δεν είχαμε ξανασκεφτεί. Καθίσαμε κάμποση ώρα μουτρωμένες και ύστερα πήρε καθεμιά ένα τζαμάκι για δικό της και είπαμε, σ’ όποιο πέσουν οι πιο πολλές σταγόνες εκείνη θα κερδίσει. Επειδή όμως κέρδιζα συνέχεια εγώ, η Μυρτώ είπε πάλι πως πιο κουτό παιχνίδι δεν ξαναπαίξαμε.
― Δε φτιάχνουμε μια ιστορία για το καπλάνι*; έκαμα, μα το μετάνιωσα αμέσως, πριν καλοτελειώσω τη φράση μου, και μούδιασα.

Άλκη Ζέη, "Το Καπλάνι της Βιτρίνας", Κέδρος 1974

Πέμπτη 9 Μαΐου 2013

tempo fugit

Tempo Fugit: Ο χρόνος μπρος στο άπειρο.
Ο μετρητής του δήθεν.

Πεντάμορφη: Θα γυρίσω πίσω

Τέρας: ...του χρόνου να εξιλεωθείς

Πεντάμορφη: ...στους ανθρώπους

Τέρας: ...τους νόθους των πλασμάτων

Πεντάμορφη: ...τους γεννημένους από μητρότητα 

Τέρας: ...τους γεννημένους από μικρότητα.

Πεντάμορφη: Θα δημιουργούμε και θα σπέρνουμε.

Τέρας: ...Θα τροχίζετε τον έρωτα και θα πουλάτε το σπέρμα του την άνοιξη σε σακουλάκια. 

Πεντάμορφη: Έχει μνήμη το γονίδιο του θαύματος.
Το σπέρμα του μοίρα πολλή.

Εσμεράλδα Γκέκα, "Pulchritudo Bestiae", Γαβριηλίδης 2012

Κυριακή 5 Μαΐου 2013

ήταν λύκοι, έφκειασες κι’ αρκούδια

Ένας βασιλέας μια φορά είχε πεθάνη και δεν άφησε διάδοχον εις το βασίλειόν του· και οι άνθρωποι γύρευαν άνθρωπον μ’ αρετή να τους κυβερνήση. Εκεί ήταν ένας δεσπότης πολλά ενάρετος. Είχε ένα δίχτυ κι’ όταν θα ’τρωγε ψωμί, το πάγαινε ο διάκος και το ’στρωνε· κι’ έτρωγε απάνου στο δίχτυ. Οι άνθρωποι οπού δεν είχαν βασιλέα είδαν αυτόν τον άγιον δεσπότη με τόση αρετή και τον θέλουν διά βασιλέα τους. Πήγε όλος ο κόσμος και τον πήραν και τον θρόνιασαν. Αφού τον κάμαν βασιλέα, τότε το βράδυ ο δυστυχής διάκος παίρνει το δίχτυ να το στρώση να φάγη ο βασιλέας. Τότε το ’χει μίαν κατακεφαλιά του διάκου και του λέγει· «Βρε αχρείε, το ψάρι οπού γυρεύαμεν τόσα χρόνια, κι’ αφανιστήκαμεν τρώγοντας εις το δίχτυ, το πιάσαμεν· και τώρα σ’ αυτό μου φέρνεις να φάγω; Φέρε τραπέζια και συγύρια λαμπρά κι’ ο Θεός να μη μας το χρωστάγη να ξαναϊδούμεν το δίχτυ». Κι’ ο Κυβερνήτης μας σπούδαζε τους Έλληνες την οικονομίαν όσο να τους μπερδέψη με το δίχτυ. Όμως οι λύκοι οπού τρώγαν τα πρόβατα δεν ψόφησαν – γέννησε κι’ άλλους πολλούς ο Κυβερνήτης μας κι’ ο Αγουστίνος κι’ ο Βιάρος. Φωνάζουν όλοι οι Έλληνες – ο Βιάρος κι’ ο Αγουστίνος λένε των αγωνιστών· «Σύρτε διακονέψετε». Και οι σπιγούνοι πλερώνονται βαριά να μαθαίνουν τι κάνουν οι άνθρωποι εις τα σπίτια τους. Κι’ από αυτό φαίνεται ότι είναι μακρυά από την δικαιοσύνη του Θεού. Οι Έλληνες, Κυβερνήτη, διψούσαν δι’ αρετή και διά πατριωτισμόν, να τους σώσης από τα δεινά τους καθώς έσωσε ο Βάσιχτον την πατρίδα του Αμερική και του κάνουν τρόπαια και θα του κάνουν όσο στέκει ο κόσμος, ότι του ανήκουν – λευτέρωσε την πατρίδα του. Εσύ ο Έλληνας, ο φωτισμένος, ο ζυγωμένος εις τους δυνατούς, αν ήθελες να τους μιλήσης ως τίμιος Έλληνας, ως Κυβερνήτης αυτεινών των δυστυχισμένων, οπού κάθε στιμή έγραφες να σ’ εκλέξουν Κυβερνήτη, κι’ ο Κολοκοτρώνης κι’ ο Μεταξάς κι’ η συντροφιά σε έκλεξαν, πού είναι η δικαιοσύνη σου; Αν είχες αρετή, εκεί οπού σου είπαν οι δυνατοί δεν κάνει σύνταμα εις την Ελλάδα, δεν θα τους έλεγες εσύ· «Μήνα το ’φκειασα εγώ να τους το χαλάσω; Το ’χουν φκειασμένο μ’ αίμα και με δυστυχίες. Τώρα που θα λάβω τα χρέη του Κυβερνήτη εγώ θα ορκιστώ σ’ αυτό το σύνταμα – πώς μπορώ να γένω επίορκος;» Και του Σουλτάνου να το ’λεγες με τρόπον θα συνκατάνευε, όχι οι ευεργέται μας χριστιανοί. Κι’ αν δεν θέλαν, τότε να μην έρθης. Τότε λεγέσουνε κι’ όντως Χρυσόστομος κι’ η πατρίδα σου θα σ’ ευγνωμονούσε και θα σ’ έλεγε ευεργέτη της. Κι’ είχες τον τόπον των ευεργέτων· κι’ ερχόσουν και σε θεωρούσε ως τοιούτον· κι’ ας μην ήσουν κυβερνήτης – τότε ήσουνε καλύτερος. Ότι θα την γλύτωνες από τους λύκους. Τώρα, ήταν λύκοι, έφκειασες κι’ αρκούδια. Όλα τα είχαμεν, σπιγούνους δεν είχαμεν· τώρα έγειναν οι περισσότεροι Έλληνες. Και δεν έγιναν μόνοι τους, τους κάνεις η Εξοχότη σου, ο Βιάρος, ο Αγουστίνος δίνοντάς τους βαθμούς, θέσες, χρήματα, βαργειές πλερωμές ανθρώπων οπού δεν έχουν δικαιώματα. Των αγωνιστών πολλών τους λέτε· «Σύρτε διακονέψετε». Τότε όλοι θα γένουν σπιγούνοι. Κι’ αυτό το σκολείον θα φάγη την λευτερία μας· κι’ αυτείνη την λευτερίαν, Κυβερνήτη μου, δεν την ηύραμεν εις το σοκάκι και δεν θα μπούμεν εύκολα πίσου εις του αυγού το τζόφλιο· ότι δεν είμαστε πουλάκι να χωρέσουμεν πίσου, εγίναμε πουλί και δεν χωρούμεν.

Ιωάννης Μακρυγιάννης, "Απομνημονεύματα", Ελληνικά Γράμματα 2006

Σάββατο 4 Μαΐου 2013

πεπεισμένοι

Δεν είναι αναγκαία η πίστη σε κάποιον δημιουργό, αρκεί η πίστη στο δημιούργημα, που μας επιτρέπει να κινούμαστε ανάμεσα στα αντικείμενα πεπεισμένοι ότι υπάρχουν, πεπεισμένοι για την αναντίρρητη πραγματικότητα της καρέκλας, της ομπρέλας, του τσιγάρου, της φιλίας. Όποιος αμφιβάλλει για τον εαυτό του είναι χαμένος, όπως κι εκείνος που, έχοντας το φόβο μήπως δεν τα καταφέρει να κάνει έρωτα, τελικά όντως δεν τα καταφέρνει. Ευτυχούμε δίπλα στα πρόσωπα που μας κάνουν να νιώθουμε την αδιαμφισβήτητη παρουσία του κόσμου, έτσι όπως ένα αγαπημένο κορμί δίνει τη βεβαιότητα αυτών των ώμων, αυτού του στήθους, αυτής της καμπύλης των γοφών που κυματίζουν σαν θάλασσα. Και όποιος δεν έχει την πίστη, διδάσκει ο Σίνγκερ, μπορεί να συμπεριφέρεται σαν να πιστεύει. η πίστη θα έρθει μετά.

Claudio Magris, "Δουναβης", Πόλις 2001 (μετάφραση Μπάμπης Λυκούδης)

Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

ένα λιοντάρι με... απειλεί!

Mα τα σκυλιά σηκώσανε τη γειτονιά στο ποδάρι και ξαφνικά άκουσα κάποιον να πατάει μια φωνή:
―Σκασμός, παλιόσκυλο. Tι έπαθες;
H φωνή αυτή με ξύπνησε. Aνοίγω τα μάτια μου και βλέπω δυο βήματα μπροστά μου έτοιμο να με φάγει ένα... λιοντάρι. Kόπηκε η χολή μου. Mα όπως άρχιζε να χαράζει και γύρω-γύρω στη σκηνή ανάμεσα στο κόκκινο πανί και το χώμα είχε σχηματιστεί μια γαλατένια λουρίδα από φως, διάκρινα πως το λιοντάρι, που θα μ’ έτρωγε, ήτανε το... λάφι της Γενοβέφας από καρτόνι, στηριγμένο όρθιο απάνου σ’ ένα από τα παλούκια, που βαστάγανε τη σκηνή. Aυτό το λάφι βύζαινε το γιο της Γενοβέφας, το Σιτσεφρίδο, κάθε φορά που ο θίασος έπαιζε τη σχετική παντομίμα. Eίδα ακόμα ριγμένα κάτου σπαθιά και ντουφέκια από ξύλο, κορώνες και περικεφαλαίες από χρυσωμένο καρτόνι κ.λπ. κ.λπ.
Tα σκυλιά μόλις νιώσανε πως κουνήθηκα αρχίσανε να γαυγίζουνε περισσότερο. Δε μπορούσα πια να μείνω εδώ. Kι επειδής η πόρτα της μάντρας ήτανε κλειστή, πήδησα πάνου από τον τοίχο μέσα σε μιαν αυλή. Eκεί, ήτανε κάποιο γκρεμισμένο σπίτι. Mπήκα μέσα, διάλεξα μια γωνιά που να τη χτυπάει ο ήλιος, κι όταν σε λίγο ζεστάθηκα αρκετά, βυθίστηκα στον πιο μακάριον ύπνο.
Aλίμονό μου. Δεν πέρασε μισή ώρα κι ένιωσα σ’ όλο μου το κορμί ένα δυνατό ζεμάτισμα.
Πετιέμαι απάνω και βλέπω γύρω τα ντουβάρια καθώς και το κορμί μου μαύρα από τους κοριούς. Bγήκα έξω και καθαρίστηκα. O ήλιος πια έκαιγε καλά. Tο κρύο και τις τρομάρες της νύχτας τα είχα ξεχάσει. Mα τώρα άρχισε η πείνα.

Kώστας Bάρναλης, "Φιλολογικά απομνημονεύματα", Kέδρος 1980