Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2013

αυτή η πίστη πως είμαστε ο πιο έξυπνος λαός στον κόσμο

Κάποια στιγμή, συνήθως ύστερα από μια ώρα στο περίμενε, η κοπέλα έφτανε. Πηγαίναμε στο δωμάτιό μου, την πλήρωνα και γδύναμε ο ένας τον άλλον. Είχε μάθει πια τα γούστα μου κι έδειχνε ιδιαίτερα πρόθυμη να με ευχαριστήσει. Άλλες φορές ξάπλωνα ανάσκελα κι εκείνη καθόταν από πάνω μου, άλλες φορές καθόταν στο πρόσωπό μου κι εγώ της έγλυφα το πράμα της κι άλλες της έφερνα μια πλαστική σακούλα από την κουζίνα και της ζητούσα να τη φέρει γύρω από το κεφάλι μου. Ήταν η ιδανική κορύφωση μιας δύσκολης ημέρας στη πιο θλιβερή χώρα του κόσμου. Πάντα ονειρευόμουν να φύγω από την Ελλάδα, αλλά ποτέ δεν τα κατάφερα. Ένας ψυχίατρος με είχε προειδοποιήσει πως, αν ποτέ έμενα μόνος μου σε μια ξένη χώρα, η κατάθλιψή μου θα εντεινόταν σε τέτοιο βαθμό που θα τρελαινόμουν. Ναι, ενώ τώρα που έμενα στην Ελλάδα, είμαι λογικός. Τίποτα δεν μου αρέσει την Ελλάδα. Η κουτοπονηριά, η θρασυδειλία, η αφέλεια, η κακογουστιά. Αυτή η πίστη πως είμαστε ο πιο έξυπνος λαός στον κόσμο. Οι συνεχείς αναφορές στους αρχαίους ημών προγόνους και στη μητέρα όλων των γλωσσών. Δεν είναι η μητέρα όλων των γλωσσών, ζώα. Όλες οι άλλες γλώσσες θα υπήρχαν και χωρίς τα ελληνικά. Μόνο που χωρίς τα ελληνικά θα ήταν φτωχότερες. Αλλά και πάλι θα κατάφερναν να βρουν όλους αυτούς τους όρους που άντλησαν από τα ελληνικά. Ίσως να μην ήταν τόσο ωραίοι, ίσως να μην ήταν τόσο λειτουργικοί, αλλά θα τους έβρισκαν. Και, τέλος πάντων, δεν την δημιουργήσαμε εμείς τη γλώσσα μας. Οι αρχαίοι Έλληνες το έκαναν. Εμείς δεν δημιουργήσαμε τίποτα. Είμαστε ένας πολιτισμός του τσιμέντου και της μιζέριας. Μισούμε όλοι αυτή τη χώρα και τους ανθρώπου που κατοικούν σε αυτή και δεν περνάει μέρα που να μην ευχόμαστε να ζούσαμε κάπου αλλού. Και όσο πιο πολύ συναναστρεφόμαστε άλλους Έλληνες τόσο πιο πολύ μας γυρίζουν τα άντερα. Γιατί είναι όλα τα πράγματα που μισούμε, κι όμως είναι ακριβώς σαν κι εμάς. Να ζεις στην Ελλάδα σημαίνει να μαθαίνεις να μισείς και να απολαμβάνεις το μίσος. Να συνηθίζεις στην ηλιθιότητα και τη φθορά. Είναι βάσανο να ζεις εδώ, και μόλις έγινε χειρότερο.

Ηλίας Νίσαρης, «Ελληνική Ασφυξία», Εκδόσεις των Συναδέλφων 2013

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

έμοιαζε σαν να τον καρτερούσε να ξυπνήσει

Έτσι, λίγο-λίγο, τ' αχνάρια του μεγάλου Μωλν άρχισαν να μπερδεύονται και οι δεσμοί που τον ένωναν μ' αυτούς που είχε παρατήσει άρχισαν να κόβονται.
Χωρίς θάρρος, σχεδόν αποκαμωμένος πια, αποφάσισε μέσα στην απελπισία του ν' ακολουθήσει το μονοπάτι εκείνο, και όπου πάει. Εκατό βήματα παραπέρα, τον έβγαλε σ' ένα μεγάλο λιβάδι όπου, ξέμακρα η μια από την άλλη, ξέκοβαν κάτι σκιές που θα 'πρεπε να είναι κέδροι, και σ' ένα βαθούλωμα, ένα σκούρο χτίσμα. Ήταν κάτι μεγάλο σαν χειμαδιό, στρούγκα για μεγάλα ζωντανά, μια στάνη παρατημένη. Η πόρτα άνοιξε μ' ένα τρίξιμο. Το φεγγαρόφωτο, κάθε που ο άνεμος έδιωχνε τα σύννεφα, περνούσε από τις χαραμάδες της μάντρας. Παντού μια οσμή μούχλας.
Χωρίς να ψάξει παραπέρα, ο Μωλν ξάπλωσε πάνω στο νοτισμένο άχερο, στήριξε τον αγκώνα καταγής και το κεφάλι στο χέρι του. Έβγαλε τη ζωστήρα του και χώθηκε ολάκερος μέσα στην μπλούζα του, ανεβάζοντας τα γόνατά του στην κοιλιά. Στο νου του ήρθε εκείνη η κουβέρτα της φοράδας που την παράτησε έτσι καταμεσής στο δρόμο. Και πάνω σ' αυτό ένιωσε τέτοια μιζέρια, τέτοια δυστυχία, ένιωσε τέτοιο θυμό για τον εαυτό του, που παραλίγο να τον πάρουν τα κλάματα.
Κι έτσι, ζόρισε το μυαλό του να σκεφτεί άλλα πράγματα. Παγωμένος μέχρι το μεδούλι, θυμήθηκε ένα όνειρο, ένα όραμα καλύτερα, που το 'χε δει μικρό παιδάκι και δεν το 'χε ποτέ αναφέρει σε κανέναν. Ένα πρωί, αντί να ξυπνήσει μέσα στην κρεβατοκάμαρή του, όπου ήταν κρεμασμένα το παντελόνι του και το παλτό του, βρέθηκε, λέει, σ' ένα μακρόστενο πράσινο δωμάτιο που, αντί για τοίχους, είχε σαν φυλλωσιές. Μέσα εκεί έρεε ένα φως τόσο γλυκύ που μπορούσες σχεδόν να το γευτείς. Κοντά στο πρώτο παράθυρο έραβε, λέει, μια κοπέλα με τη ράχη γυρισμένη... κι έμοιαζε σαν να τον καρτερούσε να ξυπνήσει. Δεν είχε βρει τη δύναμη να σηκωθεί απ' το κρεβάτι του και να μπει σ' εκείνη την ονειρεμένη κατοικία. Τον ξαναπήρε ο ύπνος. Την άλλη φορά, όμως, ορκίστηκε, θα σηκωθεί. Αύριο το πρωί ίσως...

Alain Fournier, "O Μεγάλος Μωλν", Καστανιώτης 1999 (μετάφραση Παύλος Μάτεσις)

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

για τον κύριο ή για την κυρία σούμπερτ;

Ε, λοιπόν, πιο εκνευριστικό πράγμα από το να σου λένε πώς πρέπει να αισθάνεσαι δεν υπάρχει. Αποτραβήχτηκα και αυτομάτως το ερωτικό πειραματάκι του κατέρρευσε.
Αργότερα προσπάθησε να μου δώσει κάποιες εξηγήσεις. Ήθελε να μου αποδείξει κάτι σχετικά με την ιστορία των αισθημάτων, είπε. Τα αισθήματα έχουν τη δική τους φυσική ιστορία. Αποκτούν υπόσταση μέσα στον χρόνο, αναπτύσσονται για ένα διάστημα ή δεν καταφέρνουν να αναπτυχθούν, μετά πεθαίνουν ή σβήνουν. Οι μορφές των συναισθημάτων που αναπτύχθηκαν τα χρόνια του Σούμπερτ έχουν πια, ως επί το πλείστον, πεθάνει. Ο μόνος τρόπος που μας απομένει να αναβιώσουμε την εμπειρία είναι μέσω της μουσικής της εποχής. Διότι η μουσική είναι το ίχνος, είναι η αποτύπωση του συναισθήματος.
Εντάξει, είπα, αλλά γιατί πρέπει να γαμιόμαστε την ώρα που ακούμε μουσική;
Διότι η αργή κίνηση του κουιντέτου συμπτωματικά αναφέρεται στο γαμήσι, μου απάντησε. Αν, αντί να αντιστέκομαι, είχα αφήσει τη μουσική να ξεχυθεί μέσα μου, θα είχα βιώσει, σαν μαρμαρυγή, κάτι εντελώς ασυνήθιστο: πώς ήταν να κάνεις έρωτα στη μεταβοναπαρτική Αυστρία.
"Πώς ήταν για τον μεταβοναπαρτικό άντρα ή για τη μεταβοναπαρτική γυναίκα;" ρώτησα. "Για τον κύριο ή για την κυρία Σούμπερτ;"
Αυτό το τελευταίο τον νευρίασε. Δεν του άρεσε να κάνεις πλάκα με τις αγαπημένες του θεωρίες.
"Η μουσική δεν έχει σχέση με το καθεαυτό γαμήσι" συνέχισα. "Η μουσική έχει σχέση με τα προκαταρκτικά, με το φλερτ. Τραγουδάς στο κορίτσι προτού πλαγιάσεις μαζί του, όχι την ώρα που κάνεις έρωτα μαζί του. Της τραγουδάς για να την καλοπιάσεις, για να κερδίσεις την καρδιά της. Της τραγουδάς για να την ρίξεις στο κρεβάτι. Αν δεν περνάς καλά μαζί μου στο κρεβάτι, φταίει ίσως το ότι δεν έχεις κερδίσει την καρδιά μου."

J. M. Coetzee, "Θέρος", Μεταίχμιο 2010 (μετάφραση Αθηνά Δημητριάδου)

Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013

πάντα είναι κάτι προσωπικό

Όπως λένε και οι γκάνγκστερ, δεν είναι τίποτα προσωπικό, Μαξ. Εννοείται πως σ' αυτή τη δήλωση υπάρχει ένα μέρος αλήθειας κι ένα μέρος ψέματος. Πάντα είναι κάτι προσωπικό. Έχουμε φτάσει σώοι μέσα από το τούνελ του χρόνου επειδή είναι κάτι προσωπικό. Διάλεξα εσένα επειδή είναι κάτι προσωπικό. Εννοείται πως δεν σε είχα ξαναδεί ποτέ. Προσωπικά ποτέ δεν έκανες κάτι εναντίον μου. Αυτό σου το λέω για την ψυχική σου ηρεμία. Ποτέ δε με βίασες. Ποτέ δεν βίασες κάποια που ξέρω. Ίσως μάλιστα και ποτέ να μην βίασες καμιά. Δεν είναι κάτι προσωπικό. Ίσως εγώ να είμαι άρρωστη. Ίσως όλα αυτά να είναι προϊόν ενός εφιάλτη που δεν τον ονειρευόμαστε ούτε εσύ ούτε εγώ, παρόλο που σε πονάει, παρόλο που ο πόνος είναι αληθινός και προσωπικός. Υποπτεύομαι, ωστόσο, πως το τέλος δεν θα είναι προσωπικό. Το τέλος, η εξάλειψη, η χειρονομία με την οποία όλα θα τελειώσουν ανεπανόρθωτα. Και ακόμα περισσότερο, προσωπικά ή απρόσωπα, εσύ κι εγώ θα ξαναμπούμε στο σπίτι μου, θα ξανακοιτάξουμε τους πίνακές μου (ο πρίγκιπας κι η πριγκίπισσα), θα πιούμε μπίρες, θα γδυθούμε, εγώ θα ξανανιώσω τα χέρια σου να διατρέχουν αδέξια την πλάτη μου, τον κώλο μου, τον καβάλο μου, αναζητώντας ίσως την κλειτορίδα μου, χωρίς να ξέρουν όμως που ακριβώς βρίσκεται, θα σε ξαναγδύσω, θα πάρω το πουλί σου με τα δυο μου χέρια και θα σου πω ότι την έχεις πολύ μεγάλη ενώ στην πραγματικότητα δεν την έχεις πολύ μεγάλη, Μαξ, και αυτό θα 'πρεπε να το ξέρεις, και θα το ξαναβάλω στο στόμα μου και θα το ρουφήξω πιθανότατα όπως κανείς δεν σου το έχει ρουφήξει, και μετά θα σε γδύσω και θα σ' αφήσω να με γδύσεις, το ένα από τα χέρια σου απασχολημένο με τα κουμπιά, το άλλο να κρατά ένα ποτήρι ουίσκι, και θα σε κοιτάξω στα μάτια, ατά τα μάτια που είδα στην τηλεόραση (και που θα τα ονειρευτώ και πάλι) και που μ' έκαναν να διαλέξω εσένα, και θα επαναλάβω και πάλι πως δεν είναι τίποτα προσωπικό, θα σου ξαναπώ, θα ξαναπώ στην αηδιαστική και ηλεκτρική ανάμνησή σου πως δεν είναι τίποτα προσωπικό, και ακόμα και τότε θα 'χω τις αμφιβολίες μου, θα κρυώνω όπως κρυώνω τώρα, θα προσπαθώ να θυμηθώ όλα τα λόγια σου, ακόμα και τα πιο ασήμαντα, και δεν θα μπορώ να βρω σ' αυτά παρηγοριά.

Roberto Bolaño, "Πουτάνες Φόνισσες", Άγρα 2008 (μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου)