Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

στην υπηρεσία του πιο υψηλού εγωισμού

Ο deus ex machina πήρε τη θέση της μεταφυσικής παρηγοριάς. Δεν θέλω να πω ότι η τραγική κοσμοθεώρηση καταστράφηκε παντού και πλήρως από την εισβολή του μη διονυσιακού πνεύματος: ξέρουμε απλώς ότι αυτή αναγκάστηκε να καταφύγει σε ένα είδος κάτω κόσμου όπου εκφυλίστηκε σε μυστηριακή λατρεία. Στο μεγαλύτερο όμως μέρος της επιφάνειας της ελληνικής ψυχής μαινόταν ο καταστροφικός αέρας αυτού του πνεύματος, που εκδηλωνόταν με τη μορφή της "ελληνικής ευδιαθεσίας/νηφαλιότητας", την οποία αποκαλέσαμε πρωτύτερα γεροντική και μη παραγωγική χαρά με την ενθάδε ύπαρξη. Η ευδιαθεσία/νηφαλιότητα αυτή είναι το αντίθετο της υπέροχης "αφέλειας" των παλαιότερων Ελλήνων, η οποία πρέπει να κατανοηθεί, σύμφωνα με την περιγραφή μας, ως το άνθος της απολλώνιας κουλτούρας που βγαίνει μέσα από μια σκοτεινή άβυσσο, ως νίκη την οποία σημειώνει η ελληνική θέληση πάνω στην οδύνη και στη σοφία της οδύνης, καθώς αντικαθρεφτίζει την ομορφιά. Η ευγενέστερη εκδήλωση αυτής της άλλης μορφής της "ελληνικής ευδιαθεσίας/νηφαλιότητας", η αλεξανδρινή, είναι η "ευδιαθεσία/νηφαλιότητα" του θεωρητικού ανθρώπου: φέρει τα ίδια χαρακτηριστικά σημάδια που μόλις συνήγαγα από το μη διονυσιακό πνεύμα - πολεμά τη διονυσιακή σοφία και τέχνη, προσπαθεί να διαλύσει το μύθο, αντικαθιστά τη μεταφυσική παρηγοριά με μια επίγεια αρμονία και μάλιστα έναν δικό της deus ex machina, δηλαδή τον θεό των μηχανών και των χωνευτηρίων, δηλαδή των δυνάμεων των πνευμάτων της φύσης που έχουν ανακαλυφθεί και τεθεί στην υπηρεσία του πιο υψηλού εγωισμού και, τέλος, πιστεύει ότι μπορεί να διορθώσει τον κόσμο με τη γνώση, να καθοδηγήσει τη ζωή με την επιστήμη και να κλείσει το άτομο μέσα σε έναν στενότατο κύκλο επιλύσιμων προβλημάτων, κύκλο μέσα στον οποίον μπορεί αυτό να λέει ευδιάθετα στη ζωή: "Σε θέλω: αξίζει να σε γνωρίσει κανείς."

Friedrich Wilhelm Nietzsche, "Η Γέννηση της Τραγωδίας", Βάνιας 2008 (μετάφραση Ζήσης Σαρίκας)

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2013

"πώς περνάτε τα απογεύματα της κυριακής σας;"

Έπιασα κουβέντα με ένα υπέροχο χωριατοκόριτσο που φορούσε μια βαμβακερή μπλούζα με χαμηλό ντεκολτέ, που άφησε να φαίνονται τα όμορφα ηλιοκαμένα στήθη της. Ήταν σκυθρωπή. Έλεγε για ξενύχτια στην ύπαιθρο που έψηναν ποπ-κορν στη βεράντα. Σ' άλλη περίπτωση θα' χε χαρεί η καρδιά μου αλλά, επειδή η καρδιά της δεν χαιρόταν όταν μιλούσε γι' αυτά, κατάλαβα πως γι' αυτήν ήταν απλώς κάτι που έπρεπε να γίνεται: "Και τι άλλο κάνετε για διασκέδαση;". Προσπαθούσα να φέρω τη συζήτηση στους αγαπητικούς και στο σεξ. Τα μεγάλα της, σκοτεινά μάτια μ' ατένισαν άδεια και μ' ένα είδος θλίψης, που πήγαινε πίσω γενιές και γενιές, μέσ' απ' το αίμα της, για το πώς δεν είχε γίνει αυτό που στο βάθος έπρεπε να γίνει - ό,τι κι αν ήταν και καθένας ξέρει για τι μιλάω. "Τι ζητάτε απ' τη ζωή;". Ήθελα να τη βουτήξω και να της το βγάλω έξω. Δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το τι ήθελε. Μάσαγε κάτι ιστορίες για δουλειές, σινεμά, όταν θα πήγαινε στης γιαγιάς της το καλοκαίρι, ότι ονειρευόταν να πάει στη Νέα Υόρκη και να δει το Ρόξυ, έλεγε για το φόρεμα που θα φοράει τότε - κάτι σαν κι αυτό που φορούσε το προηγούμενο Πάσχα με λευκή σκούφια με τριαντάφυλλα, ροζ γοβάκια κι ένα πανωφόρι από λιλά καμπαρντίνα. "Πώς περνάτε τα απογεύματα της Κυριακής σας;", ρώτησα. Καθόταν στη βεράντα. Τ' αγόρια περνούσαν με τα ποδήλατα και σταματούσαν να φλυαρήσουν. Διάβαζε τα χιουμοριστικά περιοδικά, ξεκουραζόταν στην κούνια. "Τι κάνετε μια ζεστή καλοκαιριάτικη νύχτα;". Καθόταν στη βεράντα, παρακολουθούσε τ' αυτοκίνητα που περνούσαν στο δρόμο. Αυτή και η μητέρα της έψηναν ποπ-κορν. "Ο πατέρας σας τι κάνει τις νύχτες του καλοκαιριού;". Δουλεύει, είναι στη νυχτερινή βάρδια του λεβητοποιείου, πέρασε όλη του τη ζωή συντηρώντας μια γυναίκα και ό,τι βγήκε απ΄' αυτήν, χωρίς πίστη ούτε λατρεία. "Τι κάνει ο αδερφός σας τις νύχτες του καλοκαιριού;". Κάνει μια βόλτα εκεί γύρω με το ποδήλατο, χασομεράει μπροστά στο μπαρ με τ' αναψυκτικά. "Τι τον καίει να κάνει; Όλους μας, τι μας καίει να κάνουμε; Τι θέλουμε;". Δεν ήξερε. Χασμουρήθηκε. Νύσταζε. Πήγαινε πολύ να τη ρωτήσω. Κανείς δεν μπορούσε ν' απαντήσει. Κανείς δεν θα το 'λεγε ποτέ. Αυτό ήταν όλο. Ήταν δεκαοχτώ χρονών και αρκετά όμορφη, και χαμένη.

Jack Kerouac, "Στο Δρόμο", Πλέθρον 1996 (μετάφραση Δήμητρα Νικολοπούλου)

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2013

δεν νομίζω ότι τον πειράζει αυτό τον Θεό

Αν δεν το ξέρατε ήδη, είπε, μάθετε τώρα ότι αγαπάω πάρα πολύ τον σκύλο μου. Για την ακρίβεια, αγαπάω πολύ τα περισσότερα ζώα, και πολλές φορές έχω αναρωτηθεί αν υπάρχουν ζώα στον παράδεισο. Είναι μια απ' αυτές τις ερωτήσεις που οι θεολόγοι έχουν συζητήσει εκτενέστατα - δεν είναι τόσο τρελό όσο το πόσοι άγγελοι χωράνε στο κεφάλι μιας καρφίτσας, αλλά τελικά δεν είναι και πολύ χρησιμότερο. Για κάποιους ανθρώπους, ένας παράδεισος γεμάτος σκύλους είναι ο χειρότερος εφιάλτης τους. Τελικά όμως, δεν ξέρουμε στ' αλήθεια πω θα είναι στον παράδεισο. Ο παράδεισος ως μέρος απέχει πολύ από την ικανότητά μας να φανταστούμε. Όταν ο Ιησούς μιλάει γι' αυτόν, τον τοποθετεί σε ανθρώπινους όρους για να μας βοηθήσει να τον κατανοήσουμε. "Στον οίκο του Πατέρα μου υπάρχουν πολλοί ναοί", είπε. "Αν δεν ήταν έτσι, θα σας το είχα πει". Δεν εννοεί, βέβαια, ότι ο παράδεισος είναι μια συνοικία αλλεπάλληλων ναών. Εννοεί ότι υπάρχει χώρος για τον καθένα, κι ότι η ζωή που α οδηγήσει εκεί θα είναι καλύτερη. Κι όταν συνεχίζει και λέει: "Πηγαίνω να ετοιμάσω ένα μέρος για σας", εννοεί ότι οι ανάγκες του καθενός μας θα φροντιστούν ξεχωριστά. Τώρα, αυτό δεν σημαίνει ότι άνθρωποι σαν εμένα θα ξαναβρεθούν με τα κατοικίδια τους. Πιστεύω πως ο παράδεισος θα είναι τόσο υπέροχος, τόσο ξεκούραστος και φανταστικός, που τέτοιου είδους επιθυμίες θα χαθούν μέσα του. Αλλά, και το έχω πει σε κάποιους από σας παλιότερα, από τη δική μου θέση είναι πολύ δύσκολο να σκεφτώ την αιωνιότητα χωρίς ένα σκυλί. Γι' αυτό κάποιες φορές χτυπώ το πόδι μου, και λέω ότι δεν θα πάω εκεί αν δεν υπάρχουν σκυλιά. Δεν νομίζω ότι τον πειράζει αυτό τον Θεό. Ξέρει ότι δεν το εννοώ σοβαρά. Ο Θεός έχει αίσθηση του χιούμορ. Και ξέρει, επίσης, τα όρια της ανθρώπινης φαντασίας.

James Robertson, "Η Διαθήκη του Γεδεών Μακ", Ίνδικτος 2008 (μετάφραση Γιώργος Δουγανιώτης)

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2013

κατά το ήμισυ άνθρωποι και κατά το ήμισυ ποδήλατα

«Συνεπώς και συμπερασματικώς», συνέχισε, «μπορείς να συναγάγεις με ασφάλεια ότι και συ ο ίδιος είσαι φτιαγμένος από άτομα όπως και το τσεπάκι σου και η ουρά του πουκαμίσου σου και το εργαλείο που χρησιμοποιείς για να βγάλεις τα υπολείμματα από την κουφάλα του δοντιού σου. Έχεις υπόψη σου τι συμβαίνει όταν χτυπάς ένα κομμάτι σίδερο με ένα καλό σφυρί ή με ένα αμβλύ όργανο;»
«Τι;»
«Όταν πέφτει η βαριά, τα άτομα εξοστρακίζονται στον πάτο του σίδερου και εκεί συμπιέζονται και στριμώχνονται σαν αυγά κάτω από μια κλώσα. Μετά από λίγο με την πάροδο του χρόνου κολυμπάνε γύρω γύρω και τελικά γυρίζουν εκεί που ήταν. Αλλά αν συνεχίσεις να χτυπάς το σίδερο πολλή ώρα και δυνατά δεν τους δίνεται η δυνατότητα να το κάνουν αυτό και τότε;»
«Δύσκολη ερώτηση.»
«Ρώτα έναν σιδερά και θα σου εξηγήσει, θα σου πει ότι το σίδερο βαθμιαία θα διαλυθεί αν συνεχίσεις να το βαράς δυνατά. Μερικά άτομα θα μπουν μέσα στο σφυρί και τα άλλα μισά θα μπουν στο τραπέζι ή στην πέτρα ή στο συγκεκριμένο αντικείμενο που βρίσκεται κάτω από τον πάτο του σίδερου».
«Αυτό είναι γνωστό», συμφώνησα.
«Το τελικό αποτέλεσμα είναι ότι αυτοί που περνάνε το μεγαλύτερο μέρος της φυσικής τους ζωής τρέχοντας με σιδερένια ποδήλατα στα κατσάβραχα αυτής της περιοχής ανακατεύουν την προσωπικότητά τους με την προσωπικότητα του ποδηλάτου τους κι αυτό είναι συνέπεια της ανταλλαγής ατόμων μεταξύ ποδηλάτη και ποδηλάτου και θα εκπλαγείς αν σου πω πόσα άτομα σε αυτά τα μέρη είναι κατά το ήμισυ άνθρωποι και κατά το ήμισυ ποδήλατα.»
Άφησα μια άναρθρη κραυγή που ακούστηκε στον αέρα σαν σκάσιμο σαμπρέλας.
«Και θα τα παίξεις αν ακούσεις πόσα ποδήλατα υπάρχουν που είναι κατά το ήμισυ άνθρωποι, είδος ανθρωποειδές που διαθέτει ανθρωπότητα.»

Flann O’Brien, «Ο Τρίτος Αστυφύλακας», Αλεξάνδρεια 2008 (μετάφραση Άρης Μπερλής)

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2013

πικραμέρικα

Η μουσική και η ζωγραφική της Αϊτής ήταν μια ευχάριστη έκπληξη για την Κριστίν όταν έφτασε στο Πορτ-ο-Πρενς. Είναι τόσο αλλιώτικες από τη μίζερη ζωή που περνούν οι κάτοικοι. Πεινάνε, όμως δεν σταματάνε να δημιουργούν αυτήν τη χαρούμενη μουσική και την πολύχρωμη και ολοζώντανη ζωγραφική. Ενώ εμείς οι Αμερικάνοι, που έχουμε τα πάντα, περνάμε τον καιρό μας γκρινιάζοντας. Η υπερβολική απαισιοδοξία. Ο Αϊτινός είναι ακριβώς το αντίθετο από τον Νεοϋορκέζο Εβραίο, σκέφτεται η Κριστίν. Τον Εβραίο του Γούντυ Άλλεν και του Φίλιπ Ροθ. Η σημερινή Αμερική μοιάζει με φαστ-φουντ της συμφοράς. Δεν σταματάει να σερβίρει εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο το ίδιο άθλιο χάμπουργκερ. Δεν ζει κανένας μόνο με χάμπουργκερ, λέει η Βίβλος. Ο ένας (ο Γούντυ Άλλεν) βγάζει μια ταινία κάθε χρόνο. Ο άλλος (ο Φίλιπ Ροθ) ένα βιβλίο. Η δική μας ετήσια δόση πίκρας. Πικραμέρικα. Οι φτωχοί ψοφάνε. Οι πλούσιοι είναι απελπισμένοι. Όμως εδώ είμαστε τόσο μακριά από το Μανχάτταν. Παρ' όλη την τρομερή μιζέρια, η Κριστίν θυμάται (χαμογελώντας ελαφρά) πόσο της έλειπε στην αρχή το Μανχάτταν. Ο σνομπισμός του Μανχάτταν, που κυλάει μέσα στις φλέβες της. Η κομψότητα του ράντικαλ σικ τη δεκαετίας του εβδομήντα, ήταν η εποχή της. Τα φώτα της πόλης, τα άνευ λόγου εγκλήματα, τα κίτρινα ταξί, τα κουβανέζικα καφέ, οι επιθετικές πουτάνες. Η γρήγορη ζωή, δηλαδή! Στην αρχή, αυτό ήταν που της έλειπε. Τώρα λιγότερο. Θυμάται, μ' ένα αινιγματικό χαμόγελο, ότι όλα αυτά που έκανε εκεί σε μια μέρα, εδώ της παίρνουν έξι μήνες.
"Τι είναι ο χρόνος, λοιπόν;" αναρωτιέται, χωρίς να ψάχνει να δώσει μιαν απάντηση.

Dany Laferrière, "Η Σάρκα του Αφέντη", Άγρα 2006 (μετάφραση Αργυρώ Μακάρωφ)

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

μια λεπτή κι αισθησιακή γνώση της βίας

Επιδίωκε να εκτίθεται, και ζούσε τη φρίκη της προσπάθειας να συναρμολογήσει ένα μύθο ενώπιον ενός δισεκατομμυρίου σκοτεινών, στεγνών κι ανελέητων ματιών. Αφήνοντας το αεροπλάνο του, προχωρούσε αποφασιστικά προς το συρματόπλεγμα, περιφρονώντας τις συμβουλές των πραχτόρων του, για ν' αγγίξει κάτι με τα χέρια του. Όντας πολύ κοντά κι έτοιμα ν' ανταποκριθούν στην πρόσκλησή του να έλθουν να τον αποθαυμάσουν είτε από λατρεία είτε με τα όπλα. Κι αυτή η έντονη ενδόμυχη ανέκφραστη βεβαιότητα πως το σώμα του ήταν ένας στόχος σε κάθε δημόσια στιγμή. Νέες νευρικές αισθήσεις ανθίζουν στην κοιλότητα του κήπου του νωτιαίου μυελού του αυχένα του. Θα 'λεγες πως όταν σας κοίταζε, απογύμνωνε το περιεχόμενο του κρανίου σας. Φυσικά. Διότι τα χαμόγελα ενός καλοπροαίρετου θαυμαστή κρύβουν άνετα το θάνατο πίσω από τα δόντια του γάτου. Ούτε παράνοια, ούτε ξεγνοιασιά που αγνοεί το θάνατο, αλλά μια λεπτή κι αισθησιακή γνώση της βίας σ' ένα αιώνιο παρόν.

Jim Morrison, "Σημειώσεις για την Όραση", Ερατώ 1991 (μετάφραση Αντώνης Εμμανουήλ, Τασία Χατζή)