Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2015

με τέτοιες ιδέες στο κεφάλι

Όχι, σίγουρα δε θα τον πάρει ο ύπνος, με τέτοιες ιδέες στο κεφάλι. Σκέφτηκε τότε τα παιδιάτικά του. Θυμήθηκε τη μητέρα του, μια ψηλή και αδύνατη γυναίκα με αντρίκιο πρόσωπο, μεγάλο μέτωπο, που την είχε χάσει από πολύ καιρό. Τούτη η εικόνα τον ηρέμησε και ένιωσε τα νεύρα του να χαλαρώνονται. Ξαναείδε το σπιτάκι του στο Λοζένετς, με την χωριάτικη αυλίτσα του γεμάτη λουλούδια ταπεινά και μερικά αραποσίτια που ξεπετάγονται πάνω από μια κολοκυθιά σκαρφαλωμένη στον πίσω τοίχο. Έτσι όλα του τα περασμένα παρελάσανε μπρος στα μάτια του: πρώτα το πατρικό του σπίτι, ύστερα οι κρυφές συγκεντρώσεις που γίνονταν στο βουνό της Βίτοσα ή στα δωμάτια των συμμαθητών του. Τέλος ήταν όλος εκείνος ο κόσμος που ήταν ένα μ' αυτόν, εκεί όπου μεγάλωσε, που είχε σχηματιστεί, ο κόσμος του κόμματος και της πάλης των τάξεων. Μόλις ερχόταν σ' επαφή μ' αυτόν τον κόσμο, ένιωθε σίγουρος για τον εαυτό του και έτοιμος για κάθε θυσία. Σ' αυτόν τον κόσμο άλλωστε ήσαν περισσότεροι οι νεκροί παρά οι ζωντανοί. Νεκροί πεσμένοι στον αγώνα και που ίσως οι σκιές τους να δεχτούνε και τη δική του τη σκιά αύριο...
Πριν αποκοιμηθεί λυπήθηκε που δεν είχε το ρολόι του μαζί, που τώρα θα σκορπούσε τα τικ-τακ του μέσα στο συρτάρι του αστυνόμου. Λυπόταν που το αποχωρίστηκε, καθώς λυπόταν και για την ανεπανόρθωτη απώλεια των χαρτιών του που τα είχε προμηθευτεί χάρη σε ένα σύντροφο υπάλληλο σε μια δημαρχία.
Το παλιό τούρκικο ρολόι χτυπούσε μία όταν τον πήρε πάλι ο ύπνος.

Емилиян Станев, "Κλέφτης στις Ροδακινιές", Φέξης 1964 (μετάφραση Γαλάτεια Σαράντη)

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015

ένα κεραυνοβόλο μοντάζ

Είναι, λοιπόν, απολύτως αναγκαίο να πεθάνουμε γιατί ενόσω βρισκόμαστε στη ζωή δεν έχουμε νόημα και η "γλώσσα" της ζωής μας (με την οποία εκφραζόμαστε κι ως εκ τούτου της δίνουμε τη μεγαλύτερη σημασία) παραμένει ανερμήνευτη: ένα χάος πιθανοτήτων, μια αναζήτηση σχέσεων και σημασιών χωρίς τέλος. Ο θάνατος πραγματοποιεί ένα κεραυνοβόλο μοντάζ της ζωής μας: επιλέγει, δηλαδή, τις αληθινά σημαντικές στιγμές της (που δεν μπορούν, πλέον, ν' αλλοιωθούν από την παρέμβαση άλλων στιγμών, που πιθανώς θα έρχονταν σε αντίθεση με τις πρώτες), και τις βάζει σε σειρά, μετατρέποντας το ατελείωτο, ασταθές και αβέβαιο, άρα γλωσσολογικά μη περιγράψιμο παρόν μας, σε ένα καθαρό, στέρεο και βέβαιο, άρα γλωσσολογικά περιγράψιμο (στο πλαίσιο ακριβώς μιας Γενικής Σημειολογίας) παρελθόν. Χάρη στο θάνατο και μόνο, η ζωή μάς χρησιμεύει για να εκφραστούμε.
Το μοντάζ, λοιπόν, πραγματοποιεί πάνω στο υλικό της ταινίας (το οποίο αποτελείται από πολλά, πολύ μεγάλα ή πολύ μικρά πλάνα-σεκάνς που ισοδυναμούν με ατέλειωτες εκδοχές υποκειμενικών πλάνων) αυτό που ο θάνατος επιτελεί στη ζωή.

Pier Paolo Pasolini, "Ο Κινηματογράφος της Ποίησης", Αιγόκερως 1989 (μετάφραση Βασίλης Μωϋσίδης)

Σάββατο 29 Αυγούστου 2015

παντού νύχτα

Βραδιάζει σε κατοικημένες χαράδρες κι άγρια πολλά ακούγονται για τις λαστιχένιες κούνιες της εξουσίας.
Τραβάς το δρόμο σου κοσμάκη, πηδηχτός πηδηχτός, και δε σου βρίσκω τίποτα να υπάρχει, έξω από τυρόψωμο, στην καρουδωτή πετσέτα του φαγιού.
Και όποιος παίζει στα χέρια του το τσεκούρι ποτίζει τα πράγματα με το ίδιο θολό νερό που του φέρνουν άγνωστες πηγές κι εμείς τι κάνουμε:
Η χώρα μικρή κι ο χορός μεγάλος.

Μανόλης Ξεκάκης, "Ο Θάνατος του Ιππικού", Μπαρμπουνάκης 1980

Κυριακή 23 Αυγούστου 2015

ο άλλος δεν είναι πιο βλάκας από σένα

Πάντοτε με εξαγρίωνε η στερεότυπη φράση: "δεν τα καταλαβαίνει αυτά ο κόσμος". Τι θέλει να πει; Ποιοι είν' αυτοί που αναλαμβάνουν να εκφράσουν τη "γνώμη του λαού", προβαίνοντας σε δηλώσεις για λογαριασμό του, σαν να εκπροσωπούν την πλειονότητα του πληθυσμού; Ποιοι είν' αυτοί που ξέρουν τι καταλαβαίνει ο κόσμος και τι όχι; τι χρειάζεται και τι θέλει; Έκανε ποτέ κανείς καμιά μελέτη ή την παραμικρή ενσυνείδητη προσπάθεια να ανακαλύψει τα αληθινά ενδιαφέροντα του λαού, τον τρόπο σκέψης του, τις προσδοκίες, τις ελπίδες ή τις απογοητεύσεις του; Είμαι κομμάτι του λαού μου. Έζησα μαζί με τους συμπολίτες μου, γεύτηκα το ίδιο μερίδιο της ιστορίας με όλους τους συνομηλίκους μου, είδα τα ίδια συμβάντα και τις ίδιες διαδικασίες, και σκέφτηκα πάνω σ' όλα αυτά. Ακόμα και τώρα, στη Δύση, παραμένω τέκνο του τόπου μου. Είμαι κομμάτι του, μόριο του, και ελπίζω ότι εκφράζω ιδέες που πηγάζουν βαθιά από τις πολιτισμικές και ιστορικές μας παραδόσεις.
Όταν κάνεις μια ταινία είσαι βέβαιος ότι τα πράγματα που σε διεγείρουν και σε αφορούν, θα ενδιαφέρουν και τους υπόλοιπους ανθρώπους. Ελπίζεις ότι οι θεατές θα ανταποκριθούν, χωρίς να προσπαθήσεις να τους ενθαρρύνεις ή να τους αρέσεις. Ο σεβασμός στο κοινό, ή σε οποιονδήποτε συνομιλητή σου, πρέπει να στηρίζεται στην πεποίθησή σου ότι ο άλλος δεν είναι πιο βλάκας από σένα. Ωστόσο ο "εκ των ων ουκ άνευ" όρος κάθε συζήτησης είναι η κοινή γλώσσα. Όπως είπε και ο Γκαίτε, αν θέλεις έξυπνη απάντηση, πρέπει να κάνεις έξυπνη ερώτηση. Ο αληθινός διάλογος σκηνοθέτη και κινηματογραφόφιλου είναι εφικτός μόνο όταν και οι δύο κατανοούν εξίσου βαθιά τα προβλήματα, ή τουλάχιστον προσεγγίζουν στο ίδιο επίπεδο τα καθήκοντα που επιβάλλει ο σκηνοθέτης στον εαυτό του.

Андрей Тарковский, "Σμιλεύοντας το Χρόνο", Νεφέλη 1987 (μετάφραση Σεραφείμ Βελέντζας)

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2015

βάζοντας τη σουλιώτικη φρουρά του να ταρακουνά το σπίτι

Ο Βύρων, περί τα μέσα του Ιανουαρίου είχε οπλίσει και ντύσει πεντακόσιους Σουλιώτες για να τους οδηγήσει ο ίδιος στην έφοδο για την κατάληψη του φρουρίου της Ναυπάκτου. Καθώς όμως η κακοκαιρία έκανε τους δρόμους αδιάβατους, η εκστρατεία χρειάστηκε να αναβληθεί. Ο Βύρων αδημονούσε: "Δεν ήρθα εδώ κυνηγώντας περιπέτειες, μα για να συμβάλω στην αναγέννηση ενός έθνους, που η εξαθλίωσή του κάνει πιο τιμητική τη φιλία που του δείχνουν". Πάσχιζε δραστήρια να συμφιλιώσει τα διάφορα κόμματα, να οργανώσει την κυβέρνηση, να προετοιμάσει το κάθε τι. Το βράδι, συγκεντρώνονταν στο δωμάτιο του συνταγματάρχη Στάνχωπ, που δεν έμεινε, άλλωστε, στο Μεσολόγγι, παρά ως την 21 Φεβρουαρίου. Μερικοί Γερμανοί αξιωματικοί, φιλέλληνες, έπαιζαν φλάουτο, ή τραγουδούσαν συνοδεύοντας το τραγούδι τους με κιθάρα. Ο Βύρων αγαπούσε αυτά τα "λίντερ". Είχε διάθεση χαμινιού, διασκέδαζε τρομάζοντας τον πυροβολητή Πέρρυ, που φοβότανε τους σεισμούς, βάζοντας τη σουλιώτικη φρουρά του να ταρακουνά το σπίτι ή να κυλά μπάλλες κανονιού μέσα σε βαρέλια, στην αποθήκη. Ο Πέρρυ, από τη δική του μεριά, διασκέδαζε τον μικρό φιλικό κύκλο, παρωδώντας τους σαιξπηρικούς ήρωες.

René Puaux, "Οι Τελευταίες Μέρες του Βύρωνος", Φέξη 1961 (μετάφραση Άρης Δικταίος)