Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2020

το ακριβές βάρος των πραγμάτων

Τι περίεργο που είναι Αντόνιο... Να σου μιλήσω για πρώτη φορά εξ ονόματος του Σεφαραδίτη που είμαι, για πρώτη και τελευταία. Να γεννιέμαι και να πεθαίνω με κάθε λέξη, και να έχω πλήρη επίγνωση. Να κλείνω τα μάτια στο δωμάτιό μου, προσμένοντας τις λέξεις του παρελθόντος, να τις αισθάνομαι σιγά σιγά· να 'ρχονται στ' αυτιά μου, να τις ψάχνω με το fener και να καταλαβαίνω πως το ψέμα δεν έχει θέση ανάμεσά τους: στη μουσική αυτών των λέξεων αισθάνομαι πλήρης. Σ' αυτές τις λέξεις, σ' αυτήν τη μουσική δεν υπάρχει μόνο το ακριβές βάρος των πραγμάτων του παρελθόντος, αλλά, έστω και σε λήθαργο, η jalis πραγματικότητα των ημερών.
Δεν υπάρχει, δεν θα υπάρξει πια πραγματικότητα για μένα, γιατί δεν υπάρχει πραγματικότητα παρά μόνο στον λόγο, και τα djudyo πέθαναν μαζί μ' αυτούς που τα μιλούσαν. Ποτέ μου δεν αναρωτήθηκα αν μου άρεσε αυτή η γλώσσα, αν αγαπούσα αυτούς που πέθαναν: αυτοί ήμουν εγώ, αυτοί έμειναν στα βάθη της ψυχής μου.
Και τώρα, πεθαίνοντας μαζί με τη γλώσσα μου, αφήνω τους μουσαφίρηδες να μιλούν με το στόμα μου και να γράφουν με το χέρι μου. Αυτοί γράφουν και αυτοί διαβάζουν. Δεν έχω παρά ν' ακούσω το τι λέγεται σε τούτο το κομματάκι του κόσμου και αν το μεταφέρω στο χαρτί.

Marcel Cohen, "Γράμμα στον Αντόνιο Σάουρα", Νησίδες 1997 (μετάφραση Σάμης Ταμπώχ)

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2020

μονάχα οι λοξοί

Ο Έντγκαρ απ' το μέρος που καθόταν διάλεγε πάντα να έχει καλή εποπτεία και ν' ακούει το θρηνητικό κάλεσμα απ' τις πεταλούδες. Γύρω του ήταν σαν κουρέλια απλωμένοι στις καρέκλες των διαφορετικών καφέ οι παράξενοι της πόλης. Κανείς άλλος δεν μπορούσε να αντέξει τη φωνή απ' τις πεταλούδες. Μονάχα οι λοξοί. Ανάμεσά τους ήταν και ο Έντγκαρ. Ήταν κι αυτός ένας σκοτεινός. Δεν ήξερε πού ζούσε και εν τέλει αν αυτό που ζούσε ήταν ζωή ή σκλαβιά. Δεν ήξερε τον χώρο και τον χρόνο. Πότε γεννήθηκε και πόσα χρόνια είχαν περάσει από τότε. Ήταν συνήθως θλιμμένος, άλλες φορές σε πανικό, μερικές φορές ξέγνοιαστος και σπάνια ένιωθε ν' αγαπάει όλο τον κόσμο. Το φάσμα των συναισθημάτων της κυκλοθυμίας του ήταν ευρύ. Τα συναισθήματα που εμφανίζονταν συχνότερα ήταν αυτά που συνιστούσαν το εσωτερικό του πένθος. Το πένθος για το θάνατο του αγέννητου εαυτού του. Έβλεπε τους ανθρώπους, θηρευτής θελξικάρδιων βλεμμάτων και σαλεμένων ψυχών. Όταν τον έπιανε αγοραφοβία ή όταν φοβόταν ότι οι άλλοι έβλεπαν στο πρόσωπό του ένα τέρας, κοίταζε πάλι τη λάμπα για να ξεκουραστεί.

Φώτης Θαλασσινός, "Το Άσμα της Φάλαινας", Οδός Πανός 2012 

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2020

όπως το ψάρι στο νερό

"Εμείς σεβόμαστε προσεκτικά τις επιλογές σας κι έτσι εργαζόμαστε μέσα στα συστήματά σας, ακόμη κι όταν επιδιώκουμε να σας απαλλάξουμε από αυτά", συνέχισε η Μπαμπάκα. "Η Δημιουργία ακολούθησε πολύ διαφορετικό δρόμο από αυτόν που επιθυμούσαμε. Στον κόσμο σας η αξία του ατόμου εκτιμάται πάντα με βάση την επιβίωση του συστήματος, είτε αυτό είναι πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό ή θρησκευτικό - στην ουσία, οποιουδήποτε συστήματος. Στην αρχή ένας, έπειτα μερικοί και τελικά πολλοί θυσιάζονται εύκολα για το καλό και τη συνέχιση της ύπαρξης αυτού του συστήματος. Με τη μία ή την άλλη μορφή, αυτό υπάρχει πίσω από κάθε αγώνα για εξουσία, κάθε προκατάληψη, κάθε πόλεμο και κάθε κατάχρηση μιας σχέσης. Η επιθυμία για εξουσία και ανεξαρτησία είναι πλέον τόσο διαδεδομένη, που σήμερα θεωρείται φυσιολογική". 
"Δηλαδή δεν είναι;"
"Είναι το ανθρώπινο παράδειγμα", πρόσθεσε η Μπαμπάκα, που είχε επιστρέψει φέρνοντας κι άλλο φαγητό. "Είναι όπως το ψάρι στο νερό: κυριαρχεί σε τέτοιο βαθμό, που περνά απαρατήρητη και χωρίς να την αμφισβητεί κανείς. Είναι η μήτρα: ένα διαβολικό σχέδιο στο οποίο έχετε παγιδευτεί, ενώ αγνοείτε πλήρως την ύπαρξή του".

William P. Young, "Η Καλύβα", Κέδρος 2009 (μετάφραση Γιώργος Καστανάρας)

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2020

το αντίθετο της νεύρωσης

Η σκηνή επαναλαμβάνεται. Έτσι λειτουργεί η νεύρωση: μια σκηνή που επαναλαμβάνεται και επαναλαμβάνεται και επαναλαμβάνεται (περίεργο, αλλά το αντίθετο της νεύρωσης είναι η παρέκκλιση, αν και λίγοι το αντιλαμβάνονται). Έπρεπε να ηρεμήσει. Αποφάσισε να εφαρμόσει μια διανοητική άσκηση ελέγχου που πετύχαινε πάντα: να συντάξει μια λίστα. Η καταμέτρηση πραγμάτων (τα δέκα καλύτερα γκολ που έχει δει στη ζωή του, δέκα τραγούδια που ξεκινούν με α, οι δέκα κοπέλες που θα ήθελε να ρίξει στο κρεβάτι - αυτή η κατηγορία πολλές φορές διευρυνόταν περιλαμβάνοντας ηθοποιούς και μοντέλα του εξωτερικού, του εσωτερικού, της δεκαετίας του '70, του '80, του '90 κ.λπ.) ήταν μια δραστηριότητα που του άδειαζε το μυαλό, που τον παρακινούσε να ξαναβρεί τους φυσιλογικούς του ρυθμούς. Σκέφτηκε, σκέφτηκε, σκέφτηκε και τελικά το βρήκε: "δέκα επαγγέλματα που δεν μπορεί να κάνει ένα άτομο με διχρωματοψία". Δεν υπήρχε αμφιβολία, αυτή τη φορά η νεύρωση τον είχε γραπώσει γερά. "Ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας, αξιωματικός του εμπορικού ναυτικού, τελωνιακός, πυροσβέστης, φωτογράφος, χαρτογράφος, χημικός, αστυνομικός, οδηγός λεωφορείου, επίσημος ζωγράφος βασιλικής αυλής". Τη στιγμή που ολοκληρώνει τη λίστα, το φανάρι γίνεται κόκκινο, δηλαδή πράσινο. Ξεκινάει. 

Damian Tabarovsky, "Ιατρική Αυτοβιογραφία", Πάπυρος 2009 (μετάφραση Νάντια Γιαννούλια)

Κυριακή 16 Αυγούστου 2020

πρόσφεραν την ίδια απομόνωση

Για δες που μπορούσε να μιλάει γι' αυτά τα άσχετα πράγματα, διαπίστωσε με κατάπληξη, έστω κι αν ο λαιμός του ήταν ξερός από τη νευρικότητα και η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Έριξε μια γρήγορη ματιά στο προφίλ της, που διαγραφόταν στα τελευταία φώτα του δρόμου, τα καθαρά αυστηρά χαρακτηριστικά, το ανεπαίσθητο χαμόγελο, τα μαύρα μαλλιά και το απαλό σχήμα του στιλπνού κότσου που σχημάτιζαν στον αυχένα της. Ύστερα έστριψαν στο σκοτεινό δρόμο κάτω από τα δέντρα και οι προβολείς άρχισαν να ξεκόβουν, από το σκοτάδι μπροστά τους, τον ένα λιγνό κορμό μετά τον άλλο· ήταν λεπτοί σαν χορδές άρπας, τεντωμένες καμπύλες φωτός, που τους προσπερνούσαν ορμητικά και χάνονταν ξανά πίσω, στο σκοτάδι. Κάπου εκεί στα δεξιά τους, πέρα από τη ζώνη των δέντρων, το ποτάμι λαμπύριζε, κρύο κάτω από τα παγερά αστέρια. Το καλοκαίρι υπήρχαν συνήθως εδώ κάτω κάμποσα αυτοκίνητα παρκαρισμένα στις χορταριασμένες άκρες του δρόμου, με ζευγαράκια σφιχταγκαλιασμένα και βυθσμένα στο δικό τους κόσμο, ενώ περισσότερα ζευγαράκια έκαναν βόλτες ανάμεσα στα δέντρα ή ήταν ξαπλωμένα στο χορτάρι δίπλα στην όχθη· τώρα όχι όμως. Οι πίσω σειρές των κινηματογράφων ήταν πιο ζεστές, τα σεπαρέ των καφεμπάρ πρόσφεραν την ίδια απομόνωση. Κανείς δε θα ερχόταν απόψε εδώ. Και, χωρίς τους εραστές, αυτός ο δρόμος ήταν απομονωμένος και ήσυχος. 

Ellis Peters, "Ο Θάνατος και η Εύθυμη Γυναίκα", Άγρωστις 1995 (μετάφραση Ελένη Μπονάτσου)

Τρίτη 4 Αυγούστου 2020

γι' αυτό κοιμάται

Με θυμάται κι αυτό είναι σημαντικό. Δεν ξέρω αν με θυμάται πολύ, αλλά και λίγο να 'ναι μου φτάνει. Πόσο όμορφο είναι το λίγο όταν πιάνεσαι απ' αυτό! Λέω αύριο το απόγευμα που θα 'χω κέφι να στείλω ένα γράμμα. Πάντα ένα γράμμα είναι παρηγοριά για κείνονε που λείπει. Αύριο θα γράψω και θα πω... τι θα πω; Τα νέα μου. Ποια νέα μου; Ο καιρός είναι πολύ κρύος θα πω και χαίρω άκρας υγείας. Είμαι καλά τούθ' όπερ επιθυμώ και δι' υμάς, μάθε ότι ο καιρός εδώ... όχι τα 'πα για τον καιρό, θα πω για τας προσεχείς εκλογάς σε τέσσερα χρόνια. Και τι να πω για τας εκλογάς; Ότι ο κόσμος εδώ μάθε ότι εξύπνησε πια. Στις συγκεντρώσεις των κομμάτων φωνάζανε πολύ και λέγανε διάφορα, το ίδιο και οι εφημερίδες. Δεν αποκλείεται να 'χουμε αλλαγή στας προσεχείς εκλογάς, δηλαδή τόση αλλαγή που να θαυμάξει η Ευρώπη και που να τρίβεις τα μάτια σου αυτά τα πράσινα άβυθα μάτια σου που μου κρατούνε συντροφιά. Πάντως αυτήν την ώρα ο κόσμος κοιμάται, ένας τεράστιος γίγαντας που κοιμάται, του αρέσει ο ύπνος γι' αυτό κοιμάται, είναι και πρόνοια της φύσης γιατί ο γίγαντας έχει τεράστια δύναμη κι έτσι και ξυπνήσει... Πάντως φημολογείται πως ξυπνάει, οι γίγαντες είναι και χαζοί, εν πάση περιπτώσει θα δούμε. Θα σου γράψω αύριο εξάπαντος κι απόψε θα σε ονειρευτώ. Καληνύχτα! 

Ακριβή Παπαλεξανδράτου-Λυμπεροπούλου, "Γυμνοί με τα Χέρια στις Τσέπες", Σύγχρονη Εποχή 1986