Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2020

οι λύσεις

Καµιά φορά είµαστε µόνοι. Φαντασιωνόµαστε µια λύση. Ένα ξεπέρασµα τάχα της αβύσσου. Να σταµατήσουµε να ζούµε αέναα περιπλανώµενοι στο κενό. ∆ίπλα µας ρίζες, θεµέλια, αλλά για πολλούς από µας µόνο στέγαστρα ανησυχίας . Η συνείδησή µας; Ένα απλό λάθος που καλούµαστε να το διορθώσουµε . Οι φίλοι, µάς συµβουλεύουν : έτσι γίνεται συνήθως , γιατί για σένα νάναι αλλιώς; Όµως για σένα η σύλληψη της ολότητάς σου έχει κατασπαραχθεί. Πρέπει να υπάρχει ησυχία, ηρεµία. Που πας µε τόσο πάθος; Η παγίδα της µη αυθεντικότητας τυλίγεται και ξετυλίγεται. Το σηµείο της απόλυτης ένωσης ξεµακραίνει ώσπου να γίνει ένα συµβατικό σηµάδι ευτυχίας που το ονοµάζουµε: έρωτα, σύµβαση, βόλεµα ή πιο ποιητικά: ήρεµο αεράκι. Τελειώνοντας η ζωή µας, τελειώνει και η ύβρη για όσα δεν τολµήσαµε. Και η αγάπη; Μια διοικητική λειτουργία που οργανώνει το φαντασιακό µας.

∆ηµήτρης Κ. Παπαϊωάννου, "minima amoralia", Ενδυµίων 2014


Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2020

όλοι τους

Έχω βαρεθεί αυτή την πόλη που μέσα στο λυκόφως, τούτη τη στιγμή, δεν ανήκει ούτε στη μέρα ούτε στη νύχτα. Όπως, γενικότερα, δεν ανήκει ούτε στην ομορφιά ούτε στην ασχήμια, ούτε στην Ανατολή ούτε στη Δύση, ούτε στη φιλοσοφημένη ραθυμία ούτε στον παραγωγικό ανταγωνισμό. Κι έχω χειρότερα βαρεθεί τους κατοίκους της. Ούτε φτωχοί ούτε πλούσιοι, ούτε ακριβώς πιστοί ούτε ακριβώς άθεοι· έτοιμοι για την απελπισία της αμαρτίας κι ακόμα πιο έτοιμοι για την ωμή εξαγορά της. Στριμωγμένοι διαρκώς, όλοι τους, στο στενό κέντρο της πόλης. Σε βαθμό που να μην ξεχωρίζουν καθόλου, πια, οι ευγενείς από τους άξεστους, οι εργατικοί από τους τυχοδιώκτες, οι ποιητές από τους τραμπούκους. Αλλού, αλλού. Οπουδήποτε αλλού. Κι ας γίνει ό,τι να 'ναι. 

Πέτρος Μαρτινίδης, "Σε περίπτωση Πυρκαϊάς", Νεφέλη 1999 

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2020

το άπειρο είναι ακριβώς εκεί

Ο συγγραφέας Χόρχε Λουίς Μπόρχες διατείνεται ότι το άπειρο πρέπει να είναι το βασικό θέμα της λογοτεχνίας κι ότι καλύτερο τρόπο για να μην γραφτεί ποτέ λογοτεχνία χαρακτήρων δεν έχει σκεφτεί.
Ο πατέρας μου, σε μια συζήτηση που είχαμε όταν έγινα 17 χρονώ, υπήρξε περισσότερο σαφής: "Τρία πράγματα είναι άπειρα", μου είπε: "η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο, η άμμος της ερήμου, και οι συγγενείς της μάνας σου". Όταν το ανέφερα αυτό στον ποιητή Νίκο Καρούζο, κούνησε το κεφάλι του. "Πού να σου εξηγώ...", σχολίασε. Ο Καρούζος μάς έλεγε επίσης: "Το άπειρο είναι ακριβώς εκεί... Να εκεί!". Κι έδειχνε απ' το καφενείο στην πλατεία Μαβίλη όπου καθόμαστε, απέναντι, πεζοδρόμιο της Βασιλίσσης Σοφίας. Ταύτιζε τρόπον τινά το άπειρο με το "μυθικό απέναντι" στο οποίο αναφέρεται ο Κάφκα στην γνωστή παραβολή του. Αντίθετα, ο συγγραφέας Θεόδωρος Σκαφιδάς, όταν με αφορμή μια συνέντευξη που έδινε του ζητήθηκε η γνώμη του για το άπειρο, είπε: "Εμένα, δουλειά μου είναι να ξυπνάω τα κορόιδα". Έτσι ήταν πάντα ο Σκαφιδάς, κρυψίνους και απότομος.

Ευγένιος Αρανίτσης, "Ιστορίες που Άρεσαν σε Μερικούς Ανθρώπους που Ξέρω", Ίκαρος 1995

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2020

γιατί βρισκόταν;

Εκεί που στεκόταν, στηριγμένος στον κορμό ενός δέντρου της "Γωνιάς" κι απολάμβανε τη γλυκιά νυχτερινή ατμόσφαιρα του Βάλεϋ Φηλντς, ένιωσε ότι το μυαλό του δεν ήταν τόσο ξεκάθαρο. Θυμόταν βέβαια αμυδρά κάποια κουβέντα που είχε με το φίλο του, τον κάπταιν Κέλυ, και που παρουσίαζε πολύ ενδιαφέρον. Μα του είχαν μείνει ακόμα τρεις βασικές απορίες. 
Οι εξής: 
1) Ποιος ήταν; 
2) Πού βρισκόταν; 
3) Γιατί βρισκόταν; 
Προσπαθούσε λοιπόν να δώσει μια λύση σ' αυτό το τριπλό πρόβλημα. Κατά κάποιον τρόπο, ήταν κάτι που απασχολούσε και τον Μάρκο Αυρήλιο. Μόνο που ο κύριος Χοκ είχε ένα πλεονέκτημα παραπάνω απ' το ρωμαίο αυτοκράτορα. Ο τελευταίος αναρωτιόταν γιατί να ζει στον κόσμο των μεγάλων ανδρών, ενώ ο Τζ. Β. Χοκ ήθελε μόνο να μάθει γιατί στηριζόταν σ' ένα δέντρο, που όμως φαίνεται ανήκε σε κάποιον κήπο στα προάστια. 
Προφανώς, σκέφτηκε, για κάποιον λόγο θα πρέπει να βρισκόταν εκεί. Και φαντάστηκε πως, αν ηρεμούσε εντελώς και συγκεντρωνόταν, θα τα θυμόταν όλα. 

P.G. Wodehouse, "To Άτιμο το Χρήμα", Γράμματα 1987 (μετάφραση Βίκυ Μπόμπολα)

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2020

το ακριβές βάρος των πραγμάτων

Τι περίεργο που είναι Αντόνιο... Να σου μιλήσω για πρώτη φορά εξ ονόματος του Σεφαραδίτη που είμαι, για πρώτη και τελευταία. Να γεννιέμαι και να πεθαίνω με κάθε λέξη, και να έχω πλήρη επίγνωση. Να κλείνω τα μάτια στο δωμάτιό μου, προσμένοντας τις λέξεις του παρελθόντος, να τις αισθάνομαι σιγά σιγά· να 'ρχονται στ' αυτιά μου, να τις ψάχνω με το fener και να καταλαβαίνω πως το ψέμα δεν έχει θέση ανάμεσά τους: στη μουσική αυτών των λέξεων αισθάνομαι πλήρης. Σ' αυτές τις λέξεις, σ' αυτήν τη μουσική δεν υπάρχει μόνο το ακριβές βάρος των πραγμάτων του παρελθόντος, αλλά, έστω και σε λήθαργο, η jalis πραγματικότητα των ημερών.
Δεν υπάρχει, δεν θα υπάρξει πια πραγματικότητα για μένα, γιατί δεν υπάρχει πραγματικότητα παρά μόνο στον λόγο, και τα djudyo πέθαναν μαζί μ' αυτούς που τα μιλούσαν. Ποτέ μου δεν αναρωτήθηκα αν μου άρεσε αυτή η γλώσσα, αν αγαπούσα αυτούς που πέθαναν: αυτοί ήμουν εγώ, αυτοί έμειναν στα βάθη της ψυχής μου.
Και τώρα, πεθαίνοντας μαζί με τη γλώσσα μου, αφήνω τους μουσαφίρηδες να μιλούν με το στόμα μου και να γράφουν με το χέρι μου. Αυτοί γράφουν και αυτοί διαβάζουν. Δεν έχω παρά ν' ακούσω το τι λέγεται σε τούτο το κομματάκι του κόσμου και αν το μεταφέρω στο χαρτί.

Marcel Cohen, "Γράμμα στον Αντόνιο Σάουρα", Νησίδες 1997 (μετάφραση Σάμης Ταμπώχ)