Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2021

και δεν μπορεί να αλλάξει

Μήπως σκόπευε να τη δημοσιεύσει; Ήλπιζε σε μια αναψηλάφηση της υπόθεσης; Μια τέτοια εικασία μού φαίνεται μάλλον απίθανη. Ασφαλώς οι νοητικές του ικανότητες δεν ήταν όλες το ίδιο αναπτυγμένες, ωστόσο είναι βέβαιο ότι δεν του έλειπε η αίσθηση του εφικτού. Αν εντούτοις δεν σκόπευε να δημοσιεύσει τις σημειώσεις του, τότε γιατί αφιέρωσε τόσα χρόνια απ' τη ζωή του σ' ένα τόσο απαιτητικό έργο;   
Στο ερώτημα αυτό μπορούν πιθανότατα να απαντήσουν έμπειροι εγκληματολόγοι. Εστιάζουν στο "παιχνίδι των ενδείξεων", που δεν είναι άλλο από την αυτομαστίγωση που παρατηρείται συχνά σε πολλούς κατάδικους, οι οποίοι προσπαθούν να αποδείξουν στον εαυτό τους ότι, αν η μοίρα το ήθελε, θα ήταν αθώοι.
Πρόκειται για μια αντίδραση απέναντι σε κάτι που έχει συμβεί και δεν μπορεί να αλλάξει! Όμως, αν το δούμε από κάποια απόσταση, αυτό δεν ήταν ανέκαθεν η πηγή της Τέχνης: Και μήπως τελικά κάθε μεγάλη πράξη δεν προκύπτει από τη βαθιά ντροπή, την έσχατη ταπείνωση, τη συντριβή της υπερηφάνειας που βιώνει ο δημιουργός; Ας ζητωκραυγάζουν τα πλήθη των αδαών μπροστά σε ένα σπουδαίο έργο τέχνης - εμένα μου φανερώνει την κατεστραμμένη ψυχή του δημιουργού του. Πίσω από κάθε μεγαλειώδη σύνθεση της μουσικής, των χρωμάτων και του νου, εγώ διακρίνω τη λάμψη του θαυμαστού εκείνου κόκκινου χρώματος του αίματος, της αμαρτίας και της φωτιάς. Μια μακρινή αναλαμπή του μεγάλου οράματος, που για ένα μικρό χρονικό διάστημα έκανε τον δάσκαλο να υπερβεί τον τρόμο της ενοχής και το μαρτύριό του.

Leo Perutz, "Ο Μαιτρ της Δευτέρας Παρουσίας", Κίχλη 2011 (μετάφραση Ρόζα Ιωαννίδου)


Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2021

το ανά χείρας γραπτό

Μ' ετούτα και μ' εκείνα, αγαπητέ αναγνώστη, πήγε τέσσερις και μισή το πρωί.

Η αυγή με περιγελά, προβάλλοντας το ξανθό της κεφάλι από το ανατολικό παράθυρο του ανακτόρου της νύχτας.

Η αντανάκλαση του λαμπερού πρωινού άστρου κάνει ακόμη πιο λευκό το χαρτί στο οποίο γράφω.

Το φως της λάμπας μου εξασθενεί σαν ετοιμοθάνατη παρθένος ή σαν κατεστραμμένος άσωτος.

Από το μπαλκόνι του γραφείου μου μπαίνει, ανεπαισθήτως, ένας αέρας ψυχρός σαν το φιλί του υποκριτή.

Τ' αστέρια χάνονται λίγο λίγο, σαν αυτά τα μυστηριώδη ιερογλυφικά που ο χρόνος σβήνει από τις αιγυπτιακές πυραμίδες.

Το φεγγάρι έχει μετοικήσει στην Αμερική: μόλις έδυσε εδώ κι ετοιμάζεται να εμφανιστεί εκεί, σαν μια ηθοποιός που, αφού τελειώσει η απογευματινή παράσταση, ντύνεται για τη βραδινή.

Είναι η ώρα που οι κοπέλες της Ανδαλουσίας, αφού πέρασαν τη νύχτα ερωτοτροπώντας, λένε στον καλό τους "Αντίο..." όσο πιο μελιστάλαχτα μπορούν και σφαλίζουν το παραθυρόφυλλο, προκειμένου να φύγει ο ένας και να έρθει ο επόμενος.

Είναι, επίσης, η ώρα που οι φοιτητές που έχουν περάσει τις διακοπές στο χωριό τους πηγαίνουν στο κρεβάτι της μητέρας τους και της λεν: Φεύγω... Κι απαντά η μητέρα, κρύβοντας το κεφάλι της μες στα σεντόνια: Αντίο, γιε της ψυχής μου!... Κι ύστερα ο φοιτητής καβαλά, με δάκρυα στα μάτια, ένα γαϊδούρι που τον πηγαίνει στο πανεπιστήμιο.

Είναι η ώρα που θα έρθουν από το τυπογραφείο για να ζητήσουν το ανά χείρας γραπτό... 

Είναι η ώρα που ο άρρωστος κοιμάται, ή πεθαίνει, και που ο νοσοκόμος, επίσης αποκοιμισμένος, καθυστερεί είκοσι λεπτά το πιο σημαντικό καταπότι.

Ακόμη κι ο σοφός που ξαγρυπνά πάνω από τα βιβλία γέρνει το κεφάλι του σαν έρθει αυτή η ώρα...

Αντίθετα, ο νυχτοφύλακας ξυπνά και πηγαίνει σπίτι του...

Στο μεταξύ, ο αγωγιάτης και ο χωρικός βρέχουν το λαρύγγι τους με οινόπνευμα...

Ο χαρτοπαίκτης κάνει το τελευταίο ταμείο...

Ο μοιχός κατεβαίνει απ' το μπαλκόνι...

Ο ακόλουθος του Άρη λαλεί τρεις φορές στο κοτέτσι, γιατί τρεις αρνήθηκε ο Απόστολος Πέτρος το Χριστό...

Καλημέρα, αναγνώστες· πάω να πλαγιάσω!

Pedro Antonio de Alarcón, "Η Ψηλή Γυναίκα", Μάγμα 2019 (μετάφραση Δήμητρα Παπαβασιλείου)

Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2021

πρόχειρα καταλύματα

Τη ζωή του την κουβέντιασε ολομόναχος από νωρίς. Την κέρδισε όπως μπορούσε, τη στέριωσε σε πρόχειρα καταλύματα και, ανάλογα τις συνθήκες, καλά τα είχε πάει. Δεν είχε παράπονο, ώσπου οι χυμοί της νεότητας άρχισαν να κατεβαίνουν την πλαγιά, κι ανακάλυψε ότι το κράτος τού είχε φάει τα μαζεμένα με τους φόρους. Εθνική ανάγκη, του είπαν, όταν βρήκε άδειο τον λογαριασμό του στην τράπεζα. Αν είχε κλέψει εκείνος μία δεκάρα, τώρα, θα ήταν πίσω από τα σίδερα, δεν θα χρειαζόταν να ανησυχεί για το μέλλον του. Για να τα ξαναμαζέψει θα πήγαινε μέχρι και μετανάστης "γκαρσονιέρος", αρκεί πρώτα να έβρισκε τόπο για τον τάφο του. Ήταν η μόνη δικαιολογία της καθυστέρησης. Ήθελε να ταφεί σε γνώριμο χώμα, όταν θα τον καλούσε ο τάφος αφτιασίδωτο. Την ιδέα τού την έιχε δώσει ο λοστρόμος σ' ένα χειμωνιάτικο μπάρκο. 
"Να δεις ότι στο τέλος στα ξένα θ' αφήσουμε το τομάρι μας" τού είχε πει ένα βράδυ με φουρτούνα.
"Ήθελα μόνο να ξέρω: σε ποια ξένα;" σκέφτηκε φωναχτά και η βροχή το έστειλε απάντηση στον λοστρόμο. Το "Γιατί;" του λοστρόμου γύρισε πίσω με τον αέρα γρήγορα.
"Τι γιατί; Πώς θα γυρίσουμε πίσω για να μας θρέψουν στο δικό μας χώμα;"
"Τάφο έχεις;" ξαναρώτησε ο λοστρόμος, παλεύοντας να ισορροπήσει στο κατάστρωμα.
"Όχι."
"Άμα είχες, και το έγραφε το συμβόλαιό σου, θα σε στέλνανε πίσω."  

Κατερίνα Παναγιωτοπούλου, "Διάψαλμα", Εντευκτήριο 2021

Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2021

νεκροταφείο ελεφάντων

Οι μέρες ήταν χαμένες σαν θαμμένες μέσα στο χώμα, νωρίς ευτυχώς νοτίζονταν από μια βαριά βροχή, κόκκινη, που σου θύμιζε ότι ήσουν στην Αφρική. Όλοι εμείς οι χαμένοι καταλήγουμε σε ανεπιθύμητα μέρη για μας, κωμοπόλεις που είναι συνέχεια σε ένα κωματώδη λήθαργο πένθους της ζωής και μουρμούρισμα σαν ξεψύχισμα ημίθανου ελέφαντα, αυτομολημένου από το κοπάδι. Ξάπλα στο Νεκροταφείο Ελεφάντων. Βλέποντας την τελευταία τσόντα της ζωής του να περνά μπροστά του. Σκεφτόμενος το ασήκωτο πια κορμί του να τρέχει στα λιβάδια του Θεού.

Αντώνης Βάθης, "45 Ιστορίες απ' την Άκρη του Μυαλού μου", Φαρφουλάς 2019  

Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2021

ένα μέρος της νύχτας

Μεταφράζει, αδέξια, τον τίτλο, μόνο τον τίτλο: Να σηκώσουμε το μέρος της νύχτας που μας αναλογεί, να μάθουμε να φέρουμε το μερτικό μας απ' τη νύχτα, να φορτωθούμε το μέρος μας σε νύχτα, να σηκώσουμε το σκοτάδι. Η μύτη της πένας χαράζει το χαρτί, το μελάνι σκεπάζει τη σελίδα με μαύρο νερό. Και ο Χουλιάν προσθέτει φωνές στη μαύρη σελίδα. Αυτό είναι το πραγματικό του επάγγελμα: προσθέτει φωνές. Το πραγματικό του επάγγελμα είναι να μετράει τ' αυτοκίνητα που περνούν ή σταματάνε, ξαφνικά, στη μέση της λεωφόρου. Το πραγματικό του επάγγελμα είναι να ζωγραφίζει μοναχικές γυναίκες και κομμάτια σκούρο χιόνι. Το πραγματικό του επάγγελμα είναι να πλάθει λέξεις και να τις ξεχνάει μες στην οχλοβοή.
Και τώρα απαγγέλει, με δυνατή φωνή, σαν τρελός και για κανέναν: Ανέχομαι, φέρω, σηκώνω, φορτώνομαι, κουβαλάω, υποβαστώ· υποβαστώ τη νύχτα, αποδέχομαι το σκότος, μαθαίνω ποιο είναι το μερτικό μας απ' τη νύχτα, αποδέχομαι ένα μέρος της νύχτας, νικώ το σκοτάδι, εκπίπτω από το φως, εισχωρώ στη νύχτα, υποβαστώ το σκοτάδι, υποβαστώ τη νύχτα.
Η μύτη της πένας χαράζει το χαρτί, το μελάνι σκεπάζει τη σελίδα με μαύρο νερό.

Alejandro Zambra, "Η Ιδιωτική Ζωή των Δέντρων", Ίκαρος 2017 (μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης)

Πέμπτη 7 Οκτωβρίου 2021

η πρόβα ή η παρενέργεια

Διαβάζοντας διαπίστωσα ότι ο Λόσον διατύπωνε τρεις υποθέσεις για την ύπαρξη του ανθρώπινου είδους. Η πρώτη ήταν ότι η ανθρωπότητα είναι το αποτέλεσμα μιας ξεχωριστής πράξης δημιουργίας, ενός πειράματος ή μιας δοκιμής που πραγματοποιήθηκε εν είδει πρόβας για το βασικό εγχείρημα. Η δεύτερη ήταν ότι η δημιουργία της ανθρωπότητας υπήρξε μια ακούσια παρενέργεια, ένα είδος "συμπαθητικής δόνησης", που συνέβη λόγω της ομοιότητας του δικού μας ηλιακού συστήματος με τον 58 του Ηριδανού. Η τρίτη ήταν ότι η ανθρωπότητα πάνω στη Γη ήταν όντως το βασικό εγχείρημα και η ζωή στον 58 του Ηριδανού η πρόβα ή η παρενέργεια. Αλλά αυτή την τελευταία την απέρριπτε ως απίθανη, διότι αν δεχτούμε ότι τα θαύματα είναι σημάδια του ενδιαφέροντός σου, Κύριε, τότε ένα διαρκές θαύμα όπως η κίνηση ενός άστρου γύρω από έναν πλανήτη θα πρέπει να αποτελεί σαφή δείκτη του τι θεωρείς πιο σημαντικό. 

Ted Chiang, "Εκπνοή", Ίκαρος 2021 (μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου)