Πέμπτη 16 Νοεμβρίου 2023

το πλαγιοκάθισμα και το λοξοκοίταγμα

Στα τσιπουράδικα οι καρέκλες δεν σε περιμένουν χωμένες στα τραπέζια, αλλά παραταγμένες εκατέρωθεν. Η παραδοσιακή εργονομία της τσιπουροποσίας επιβάλλει το πλαγιοκάθισμα και το λοξοκοίταγμα. Τα πόδια δεν μπαίνουν κάτω από το τραπέζι, ούτε οι συνδαιτημόνες κάθονται κατά μέτωπο. Η καρέκλα είναι γυρισμένη στο πλάι, που σημαίνει "τώρα δεν τρώω αλλά σιγοπίνω τσιμπολογώντας". Ο τρόπος αυτός της πλάγιας προσέγγισης, της σωματικής δήλωσης μιας πρόθεσης διαφορετικής από ένα γεύμα, είναι ένας από τους καθοριστικούς παράγοντες της επιτυχημένης διαδικασίας. Η ιερότητα του τραπεζιού εστίασης παραχωρεί τη θέση της στη χαλαρότητα με την περιστροφή της καρέκλας για περίπου ενενήντα μοίρες.

Αλέξανδρος Ψυχούλης, "Τα Τσίπουρα στον Βόλο", Νήσος 2019

 

Παρασκευή 3 Νοεμβρίου 2023

μια μπερδεμένη θολούρα

Μέσα του τρεχολογά ο φόβος. Έχω έναν άγνωστο μες στο κεφάλι μου, σκέφτεται, στο σώμα μου έναν ξένο.
"Έφυγα" δηλώνει ο Ουίλλιαμ κουνώντας τα χέρια. "Θα κρυφτώ σε καθαρά μοναστήρια, αν με δεχτούν, κι αν όχι, θα γίνω ερημίτης μέσα στα δάση της ενδοχώρας και θα ζω από πουλιά παραζαλισμένα που θα κυνηγάω, και θα 'χω για στρωσίδι μόνο τον σιδερόπλεκτο χιτώνα, που θα τον τυλίγω γύρω από τον λαιμό για να μη γυαλίζει στους ληστές. Έχω διερμηνεύσει τόσα και τόσα λόγια άλλων ανθρώπων, τώρα όμως πρέπει να διερμηνεύσω εμένα στον εαυτό μου. Χρειάζομαι μοναξιά. Έχω ξεχάσει ποιος είμαι. Η τριβή και η φθορά με κατάντησαν έναν άγνωστο, η συναναστροφή με τόση ιδιοτέλεια μ' έκανε ένα αστόχαστο πράγμα. Η τόση τύρβη και το πιόμα στα ταβερνεία διέλυσαν αυτό τον τόπο και εξάπλωσαν την αρρώστια παντού. Είμαι μια μπερδεμένη θολούρα".
"Μια αλεπού που μ' αγαπάει" αποκρίνεται ο Σίντζεν με φωνή πνιχτή κι αργόσυρτη "με περιμένει έξω απ' το χωριό, περιμένει να μας κάνει μεζεδάκι, κι εγώ έχω γίνει γέρος".

Oisín Fagan, "Νόμπερ", Δώμα 2023 (μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου)  


Παρασκευή 20 Οκτωβρίου 2023

δεν γύρισε σπίτι όλη μέρα

Ο Μάρτζιο δεν κάθισε στην καντίνα, συνέχισε προς το σπίτι του ταγματάρχη Σάντρα να παίζει με το ατζάκ.
Περπάτησε στα σοκάκια του συνοικισμού, συναντώντας φίλους χωρίς να ανταλλάξει πολλές κουβέντες. Δεν γύρισε σπίτι όλη μέρα. Έφαγε μόνο μερικά φρούτα γκουάβα, που έκοψε απ' το δέντρο που ήταν μπροστά στο ενεχυροδανειστήριο κι έκανε τράκα ένα τσιγάρο απ' τον Αγκούνγκ Γιούντα. Ήθελε να κοιμηθεί στην καλύβα της νυχτερινής περιπολίας, αλλά τα μάτια του δεν έλεγαν να ησυχάσουν. Παράξενες σκέψεις για την μητέρα του δεν τον άφηναν να κοιμηθεί.
Ήθελε να μιλήσει στον Αγκούνγκ Γιούντα, αλλά η αμηχανία και η ντροπή τον απέτρεπαν. Χαζολογούσαν στο γήπεδο μέχρι που πήγαν να δουν τις κούρσες των περιστεριών. Μετά πήγαν στον πάγκο της καντίνας του Σοφιάν. Ούτε τότε κατάφερε να βγάλει απ' το στέρνο του όλα αυτά που τον βασάνιζαν. Μόνο η Μαχαράνι μπορούσε να τον ακούσει και μόνο σ' αυτήν μπορούσε να μιλήσει χωρίς ποριορισμό.
Στο τέλος της μέρας βρέθηκε αποκλεισμένος στην αυλή του Ανουάρ. Δεν ήταν οπλισμένος κι ούτε είχε την πρόθεση να σκοτώσει. Ήθελε μόνο να μιλήσει.

Eka Kurniawan, "Άνδρας Τίγρη", Bibliotheque 2022 (μετάφραση Μαρία Δουκελή) 

Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2023

και ήταν

Έπαψα πια να σκέφτομαι τις τίγρεις και κίνησα πίσω για την καλύβα της Πωλίν. Θα σκεφτόμουν άλλη μέρα τις τίγρεις. Θα υπήρχαν πολλές ευκαιρίες.
Ήθελα να περάσω τη νύχτα με την Πωλίν. Ήξερα πως θα 'ταν όμορφη στον ύπνο της, περιμένοντάς με να επιστρέψω. Και ήταν.

Richard Brautigan, "Στη Ζάχαρη του Καρπουζιού", Biblioteque 2021 (μετάφραση Γιάννης Τζώρτζης) 

Δευτέρα 11 Σεπτεμβρίου 2023

ψιθύριζαν χάρτινους ψιθύρους

Μεγάλη έκταση με τέτοια βλάστηση κι ύστερα ένα ξέφωτο με γρασίδι. Ένα σπίτι.
Το σπίτι της Ιστορίας.
Που οι πόρτες του ήταν κλειδωμένες και τα παράθυρά του ανοιχτά.
Με δροσερά πέτρινα πατώματα και μεγάλους ίσκιους στους τοίχους που σάλευαν αργά σαν κύματα.
Όπου κέρινοι πρόγονοι (με σκληρά νύχια στα πόδια τους κι ανάσα που μύριζε σαν τους παλιούς κιτρινισμένους χάρτες) ψιθύριζαν χάρτινους ψιθύρους.
Όπου διάφανες σαύρες ζούσαν κρυμμένες πίσω από τους παλιούς πίνακες.
Όπου τα όνειρα αιχμαλωτίζονταν και τα ονειρεύονταν ξανά.
Όπου ένα γέρικο εγγλέζικο φάντασμα, καρφωμένο σε ένα δέντρο, είχε ελευθερωθεί από ένα ζευγάρι διζυγωτικών διδύμων - από μια Κινητή Δημοκρατία με Τσουλούφι που είχε φυτέψει μια μαρξιστική σημαία στο χώμα, πλάι του. Όταν πέρασαν δίπλα του οι Αστυνομικοί δεν άκουσαν τα παρακάλια του. Με την ευγενική, ιεραποστολική του φωνή. Συγγνώμη, θα μπορούσατε, έεε... μήπως κατά τύχη... δε φαντάζομαι να έχετε πάνω σας κανένα πούρο; Όχι;... Όχι, δε νομίζω.
Το Σπίτι της Ιστορίας.
Όπου τα επόμενα χρόνια ο Τρόμος (που-επρόκειτο-να-έρθει) θα έμενε θαμμένος σε ένα μικρό λάκκο κάτω απ' το χώμα. Κρυμμένος πίσω απ' το χαρούμενο μουρμουρητό των μαγείρων του ξενοδοχείου. Την ταπείνωση των παλιών κομμουνιστών. Τον αργό θάνατο των χορευτών. Τα παιχνίδια-ιστορίες που έπαιζαν οι τουρίστες.

Arundhati Roy, "Ο Θεός των Μικρών Πραγμάτων", Ψυχογιός 1997 (μετάφραση Μαρία Αγγελίδου)